επικοινωνία: e-Mail DiKAExarchion@gmail.com


**** ΟΧΙ ΣΤΟΥΣ ΗΛΕΚΤΡΟΝΙΚΟΥΣ ΠΛΕΙΣΤΗΡΙΑΣΜΟΥΣ ****

Σάββατο, 8 Αυγούστου 2015

ΑΠΟ ΤΟ ΤΑΙΠΕΔ ΣΤΟ ΝΕΟ ΤΑΜΕΙΟ ΥΦΑΡΠΑΓΗΣ ΤΗΣ ΔΗΜΟΣΙΑΣ ΠΕΡΙΟΥΣΙΑΣ


ΠΡΩΤΟΒΟΥΛΙΑ ΠΟΛΙΤΩΝ ΓΙΑ ΤΗΝ ΚΑΤΑΡΓΗΣΗ ΤΟΥ ΤΑΙΠΕΔ 
Δελτίου Τύπου 7/8/2015 

Το νέο Ταμείο Υφαρπαγής της Δημόσιας Περιουσίας (ΤΥΔΠ) αποτελεί δυσμενέστερη μεταλλαγή του γνωστού ΤΑΙΠΕΔ (Ταμείο Αξιοποίησης Ιδιωτικής Περιουσίας του Δημοσίου), το οποίο ιδρύθηκε με τον μνημονιακό νόμο 3986/2011, σε εφαρμογή του Μεσοπρόθεσμου Πλαισίου Δημοσιονομικής Στρατηγικής 2012-2015, με σκοπό το προϊόν της δραστηριότητάς του να χρησιμοποιείται αποκλειστικά για την αποπληρωμή του δημόσιου χρέους της χώρας (αρθ. 1 παρ. 2). 

Σύμφωνα με τα στοιχεία που είδαν το φως της δημοσιότητας σχετικά με τις σημερινές συμφωνίες : Η Ελληνική κυβέρνηση δεσμεύεται να αναπτύξει ένα σημαντικά ενισχυμένο πρόγραμμα ιδιωτικοποιήσεων με βελτιωμένη διαχείριση. Πολύτιμα ελληνικά περιουσιακά στοιχεία θα μεταφερθούν σ’ ένα ανεξάρτητο ταμείο που θα ρευστοποιεί τα περιουσιακά στοιχεία μέσω ιδιωτικοποιήσεων και άλλων μέσων. Η ρευστοποίηση των περιουσιακών στοιχείων θα αποτελέσει πηγή για την προγραμματισμένη αποπληρωμή του νέου δανείου από τον Ευρωπαϊκό Μηχανισμό Στήριξης και θα παράγει κατά τη διάρκεια ισχύος του νέου δανείου ένα σκοπούμενο σύνολο 50 δις ευρώ, εκ των οποίων 25 δις θα χρησιμοποιηθούν για την αποπληρωμή της ανακεφαλαιοποίησης τραπεζών και άλλων περιουσιακών στοιχείων και 50% από κάθε ευρώ που απομένει (π.χ. 50% των 25 δις €) θα χρησιμοποιηθεί για τη μείωση του χρέους ως προς το ΑΕΠ, το δε υπόλοιπο θα χρησιμοποιηθεί για επενδύσεις. 

Αυτό το ταμείο θα συσταθεί στην Ελλάδα και θα διοικείται από τις ελληνικές αρχές υπό την εποπτεία των αρμόδιων Ευρωπαϊκών Θεσμών. Σε συμφωνία με τους Θεσμούς και με βάση τις βέλτιστες διεθνείς πρακτικές, θα πρέπει να υιοθετηθεί ένα νομοθετικό πλαίσιο που θα διασφαλίζει διαφανείς διαδικασίες και επαρκή τιμολόγηση της πώλησης των περιουσιακών στοιχείων, σύμφωνα με τις αρχές και τα πρότυπα του ΟΟΣΑ για τη διαχείριση των Κρατικών Επιχειρήσεων. 

Α. ΑΠΟΤΙΜΗΣΗ ΤΟΥ ΝΕΟΥ ΤΑΜΕΙΟΥ 

Α1. Ενισχυμένος έλεγχος δανειστών 
Το πιο επικίνδυνο σημείο του νέου κύκλου επίθεσης των δανειστών και της εφαρμογής των νέων συμφωνιών αφορά στη λεγόμενη αξιοπιστία, που διακηρύχθηκε - χωρίς καμία διαφοροποίηση - από το σύνολο των χωρών της ευρωζώνης. Αξιοπιστία σημαίνει ότι τα μέτρα θα εφαρμοστούν απαρέγκλιτα και γι’ αυτό η εποπτεία των θεσμών θα είναι αμείλικτη. 

Αυτό στην περίπτωση του νέου ΤΑΙΠΕΔ εκφράστηκε και με την αρχική πρόταση για την έδρα του ταμείου στο Λουξεμβούργο, που συμβολικά διαμήνυε σε κάθε κατεύθυνση το «ποιος κυβερνά αυτό τον τόπο». Το σημερινό ΤΑΙΠΕΔ, για λόγους γραφειοκρατίας, κοινωνικών αντιστάσεων και θεσμικών εμπλοκών, δεν είχε προχωρήσει στο έργο του με ρυθμούς που θα επιθυμούσαν οι δανειστές. Η νέα επιτήρηση έχει σκοπό να παρακάμψει τις δυσλειτουργίες αυτές και να οργανώσει την απελευθέρωση της δημόσιας περιουσίας από βάρη, ώστε να προχωρήσει απερίσπαστα η εκποίησή της. 

Α2. Περιουσιακά στοιχεία του κράτους αξίας 50 δις μεταφέρονται στο νέο ταμείο 
Είναι πολύ σοβαρή εξέλιξη ο ορισμός του προϊόντος της εκποίησης στα 50 δις €, ποσό που αμφισβητείται ήδη από διεθνείς αναλυτές ως προς τo εφικτό να συγκεντρωθεί, με βάση τη σημερινή υποτίμηση λόγω μνημονίων των περιουσιακών στοιχείων του κράτους. Και μόνο το ύψος της ανακεφαλαιοποίησης των τραπεζών που ανέρχεται στα 25 δις σημαίνει ολική υφαρπαγή της δημόσιας περιουσίας. Το πώς θα γίνει παραμένει άγνωστο γιατί αν η ανακεφαλαιοποίηση επείγει η ρευστοποίηση θα χρειαστεί χρόνο. 

Σε κάθε περίπτωση, το ύψος των 50 δις € σημαίνει ότι πιθανότατα θα ενταχθούν στο ΤΑΙΠΕΔ και τα περιουσιακά εκείνα στοιχεία που η κυβέρνηση ΣΥΡΙΖΑ - ΑΝΕΛ επιχείρησε να περάσει με την αρχική διατύπωση του αρθ. 24 στο ν/σχέδιο «Ρυθμίσεις για την Επανεκκίνηση της Οικονομίας» (δηλαδή η εταιρεία Ακινήτων του Δημοσίου στην οποία υπάγονται όλα τα ακίνητα του δημοσίου - συμπεριλαμβανομένων των Ολυμπιακών - και η περιουσία του ΕΟΤ), χωρίς τελικά να το καταφέρει λόγω αντιδράσεων εκτός και εντός Βουλής. Εξ’ ίσου σοβαρό, το ύψος των 50 δις σημαίνει, επίσης, ότι ο συντριπτικός όγκος της δημόσιας περιουσίας, άσχετα αν τελικά εκποιηθεί, θα είναι δεσμευμένος επί μακρόν και επομένως δεν θα μπορεί η Ελληνική κυβέρνηση να χρησιμοποιεί τη δημόσια περιουσία για την άσκηση ανεξάρτητης εθνικής πολιτικής. Ουσιαστικά, όλα αυτά τα περιουσιακά στοιχεία υπάγονται σε μια μορφή υποθήκευσης/εγγύησης για να πωληθούν τελικά από το νέο Ταμείο. 

Τέλος, ορισμένοι άμεσα επιδιωκόμενοι στόχοι των δανειστών είναι ήδη γνωστοί και έχουν όνομα : τα 14 αεροδρόμια που θα «αποκρατικοποιηθούν» για να δοθούν στην κρατική Γερμανική Fraport, ο ΟΛΠ, η ΤΡΑΙΝΟΣΕ, και λοιπά πολύτιμα περιουσιακά στοιχεία του κράτους. 

Β. ΔΗΜΟΣΙΟ ΧΡΕΟΣ ΚΑΙ ΝΕΟ ΤΑΜΕΙΟ 

Το χρέος και συγκεκριμένα η αποπληρωμή του αποτελεί τον βασικό μηχανισμό εφαρμογής του παγκόσμιου νεοφιλελεύθερου σχεδίου, που έχει δύο στόχους : α. την κατάργηση όλων των εργατικών κατακτήσεων και την απογύμνωση της εργασίας από κάθε προστασία, καθώς και τη «δημιουργική» καταστροφή μικρών και μη ανθεκτικών στον ανταγωνισμό κεφαλαίων β. τη γενικευμένη ιδιωτικοποίηση των δημόσιων κοινωνικών υπηρεσιών και της δημόσιας περιουσίας. Τα παραπάνω συνιστούν μια ριζική αλλαγή του μεταπολιτευτικού προτύπου συσσώρευσης υπέρ του εγχώριου και διεθνούς μονοπωλιακού κεφαλαίου. 

Κάθε αγώνας ενάντια στην αναβαθμισμένη επανασύσταση του ΤΑΙΠΕΔ συνδέεται, επομένως, με την αμφισβήτηση του φερόμενου ως δημόσιου χρέους της χώρας. Η Επιτροπή Αλήθειας Δημόσιου Χρέους με το προκαταρκτικό της πόρισμα παρέχει αδιάσειστα στοιχεία για το πώς δημιουργήθηκε το χρέος - μέσα και από την κατά συρροή διαχείριση/παραποίηση λογιστικών στοιχείων ώστε το χρέος των τραπεζών να μετατραπεί σε δημόσιο. 

Σύμφωνα με το πόρισμα : 
Ο τεχνικός χαρακτήρας των μακροοικονομικών μεταβλητών και των προβλέψεων για την εξέλιξη του χρέους επέτρεψε, μολονότι αυτοί οι αριθμοί επηρεάζουν άμεσα τη ζωή και την ίδια την επιβίωση των ανθρώπων, οι συζητήσεις για το χρέος να μείνουν μέχρις στιγμής σε τεχνικό επίπεδο και ειδικότερα να εστιαστούν στο ερώτημα αν οι πολιτικές που επιβλήθηκαν στην Ελλάδα διευκολύνουν την αποπληρωμή του χρέους. Αυτήν ακριβώς την επιχειρηματολογία αμφισβητούν τα ευρήματα της Έκθεσης. 

Όλα τα στοιχεία που παρουσιάζουμε στην Προκαταρκτική Έκθεση καταδεικνύουν ότι η Ελλάδα όχι μόνο δεν είναι σε θέση να πληρώσει το χρέος, αλλά και δεν πρέπει να το πληρώσει. Πρωτίστως, διότι το χρέος που προκάλεσαν οι ρυθμίσεις που επέβαλε η Τρόικα παραβιάζει ευθέως τα θεμελιώδη ανθρώπινα δικαιώματα των Ελλήνων πολιτών. Ως εκ τούτου, η Ελλάδα δεν πρέπει να πληρώσει αυτό το χρέος διότι είναι παράνομο, αθέμιτο και επονείδιστο. 

Η Επιτροπή διαπίστωσε, επίσης, ότι η μη βιωσιμότητα του ελληνικού δημόσιου χρέους ήταν εξαρχής προδήλως γνωστή στους διεθνείς δανειστές, τις ελληνικές αρχές και τα συστημικά μέσα ενημέρωσης. Παρ’ όλα αυτά, οι ελληνικές αρχές, μαζί με κάποιες κυβερνήσεις της Ευρωπαϊκής Ένωσης, συνωμότησαν το 2010 ενάντια στην αναδιάρθρωση του δημόσιου χρέους, προκειμένου να προστατεύσουν τα χρηματοπιστωτικά ιδρύματα. Τα συστημικά μέσα μαζικής ενημέρωσης απέκρυψαν την αλήθεια από τους πολίτες, παριστάνοντας ότι δήθεν η διάσωση αφορούσε την Ελλάδα και όχι τις τράπεζες και συνάμα εξυφαίνοντας μια αφήγηση που στόχευε να εμφανίσει τον ελληνικό πληθυσμό ως δήθεν άξιο των αδικοπραξιών των δανειστών. 

Το ποσό που διατέθηκε μέσω των προγραμμάτων «διάσωσης» (μνημονίων) του 2010 και του 2012 ελέγχονταν από το εξωτερικό μέσα από περίπλοκες διευθετήσεις, οι οποίες απέκλειαν κάθε δημοσιονομική αυτονομία. Οι δανειστές υπαγόρευσαν αυστηρά τον τρόπο διάθεσης των δανειακών κεφαλαίων «διάσωσης», εκ των οποίων μόνο ένα ελάχιστο τμήμα, λιγότερο από το 10%, κατευθύνθηκε στην κάλυψη των τρεχουσών δημόσιων δαπανών. 

Γ. ΤΟ ΝΕΟ ΤΑΜΕΙΟ ΠΑΡΑΒΙΑΖΕΙ ΤΗΝ ΕΘΝΙΚΗ ΚΑΙ ΛΑΪΚΗ ΚΥΡΙΑΡΧΙΑ 

Αποτιμώντας τη συμφωνία της ελληνικής κυβέρνησης με τους δανειστές ο Μαϊκλ Χάντσον, καθηγητής Οικονομικών στο Πανεπιστήμιο του Μισούρι και σύμβουλος πολλών κυβερνήσεων (Εφ. Συντακτών 18-19/7/2015) λέει τα εξής : 

Το 1929 όλος ο κόσμος αναγνώριζε ότι η Γερμανία δεν μπορούσε να πληρώσει τις πολεμικές επανορθώσεις. Έτσι, η Τράπεζα Διεθνών Διακανονισμών και οι Σύμμαχοι αποφάσισαν ότι δεν μπορούσαν να αναγκάσουν μια χώρα να πληρώσει πάνω από τις δυνάμεις της. Σήμερα αυτή η βασική αρχή απορρίπτεται και αγνοείται το γεγονός ότι η Ελλάδα δεν έχει τα αναγκαία έσοδα ώστε να αποπληρώσει τα δάνεια. Έτσι της λένε: «Εάν δεν έχετε να πληρώσετε, δεν πειράζει. Να δώσετε την περιουσία σας». 

Όμως, σύμφωνα με το Διεθνές Δίκαιο, κανένα κυρίαρχο κράτος δεν μπορεί να στερηθεί την περιουσία του. Εδώ δεν είναι μόνο το ότι γίνεται υπέρβαση της δημοκρατίας, αλλά απορρίπτεται ο ίδιος ο ορισμός του κυρίαρχου κράτους σύμφωνα με το Διεθνές Δίκαιο. Άρα είναι κάτι πολύ πιο σοβαρό από μια επίθεση στη δημοκρατία. Είναι ένας διευρωπαϊκός πόλεμος. 

Σύμφωνα με τον έγκριτο συνταγματολόγο κ. Γεώργιο Κασιμάτη : 
Το ΤΑΙΠΕΔ, ή όπως αλλιώς ονομαστεί, αποτελεί θεσμό παράνομο και εγκληματικό, γιατί παραβιάζει την εθνική κυριαρχία ως προς τη διαχείριση της δημόσιας περιουσίας και δημιουργεί τεράστιας έκτασης οικονομική ζημία στο κράτος. 

Η διαχείριση της δημόσιας περιουσίας, η οποία περιλαμβάνει και το δικαίωμα μεταβίβασης αντικειμένων της σε άλλους δημόσιους ή σε ιδιωτικούς φορείς περιουσίας, αποτελεί κυρίαρχο δικαίωμα του κράτους, το οποίο, ως μέρος της κυριαρχίας του, είναι αναπαλλοτρίωτο. 

Δημόσια περιουσία είναι όλα τα οικονομικής αξίας δικαιώματα του κράτους και των εποπτευόμενων από αυτό κρατικών νομικών πρόσωπων δημόσιου και ιδιωτικού δικαίου (εμπράγματα και ενοχικά δικαιώματα, σημερινά και μελλοντικά - κεκτημένα και μη - πάνω σε κάθε είδους υλικά και άυλα αντικείμενα και πηγές πλούτου του αιθέρα, του εδάφους, του υπεδάφους και του θαλάσσιου και υποθαλάσσιου χώρου). Δημόσια περιουσία είναι: τόσο η υπό στενή έννοια δημόσια περιουσία, που είναι προορισμένη για την άσκηση δημόσιας λειτουργίας (Βουλή, υπουργεία, Προεδρικό Μέγαρο κ.λπ.), όσο και η λεγόμενη «ιδιωτική», η οποία δεν χρησιμοποιείται για άσκηση δημόσιας λειτουργίας. 

Πάντως, η διαχείριση τόσο της δημόσιας όσο και της «ιδιωτικής» περιουσία είναι κρατική και πρέπει να εξυπηρετεί πάντοτε το δημόσιο συμφέρον. Δεν μπορεί να εξυπηρετεί το άμεσο και πρόσκαιρο πρόβλημα ταμειακής ρευστότητας, παραβλέποντας το ευρύτερο συμφέρον του κράτους και της κοινωνίας. 

Κατόπιν αυτών, ο οποιοσδήποτε φορέας διαχείρισης (και εκποίησης) δημόσιας περιουσίας πρέπει να ανήκει στο κράτος ως φορέας δημόσιας εξουσίας και άσκησης δημόσιας λειτουργίας και να ελέγχεται μόνο από το κράτος (Ελεγκτικό Συνέδριο). Δεν μπορεί, επομένως, να εποπτεύεται από όργανα δανειστών του κράτους, ούτε από όργανα της ΕΕ. Η προβλεπόμενη εποπτεία των δανειστών και η παρουσία στο ΔΣ εκπροσώπων τους αποτελούν κατάφωρη παραβίαση του Συντάγματος και της εγγύησης της κυριαρχίας του κράτους από το διεθνές και το ευρωπαϊκό δίκαιοι. Όλα αυτά προκαλούν ακυρότητα και δημιουργούν νομικές ευθύνες. 

Δ. Η ΑΝΑΠΑΛΛΟΤΡΙΩΤΗ ΔΗΜΟΣΙΑ ΠΕΡΙΟΥΣΙΑ 

Σύμφωνα με την πρόεδρο του Επιμελητηρίου Περιβάλλοντος, και Βιωσιμότητας, σύμβουλο Επικρατείας κα Μαρία Καραμανώφ (έκδοση ΙΜΔΑ για το ΤΑΙΠΕΔ) τρεις κατηγορίες δημόσιων ακινήτων είχαν περιέλθει στο υφιστάμενο ΤΑΙΠΕΔ. Η πρώτη περιλαμβάνει δημόσια ακίνητα που είναι καθ’ εαυτά άρρηκτα συνδεδεμένα με τους θεμελιώδεις δημόσιους σκοπούς της εθνικής κυριαρχίας και της βιώσιμης ανάπτυξης (άμυνα, ασφάλεια, ουσιώδη στοιχεία του φυσικού και πολιτιστικού περιβάλλοντος, βασικές ενεργειακές και συγκοινωνιακές υποδομές, κ.λπ.). Η δεύτερη κατηγορία περιλαμβάνει ακίνητα που εξυπηρετούν δημόσιους σκοπούς, οι οποίοι αποτελούν αναπόσπαστο στοιχείο του σύγχρονου κοινωνικού κράτους και την αναγκαία υποδομή για την παροχή αντίστοιχων δημόσιων υπηρεσιών (νοσοκομεία, σχολεία, δημόσια κτίρια, στρατόπεδα, κ.λπ.). Η τρίτη κατηγορία περιλαμβάνει τα δημόσια ακίνητα τα οποία αποτελούν την καθαρώς ιδιωτική περιουσία του δημοσίου. 

Στο υφιστάμενο ΤΑΙΠΕΔ όλα τα ανωτέρω περιουσιακά στοιχεία του κράτους μπορούσαν να περιέλθουν δυνάμει στο ταμείο θεωρούμενα συλλήβδην ως Ιδιωτική Περιουσία του Δημοσίου. Ο διαχωρισμός της κας Καραμανώφ αποκλείει από την ένταξη στο ΤΑΙΠΕΔ τις δύο πρώτες κατηγορίες δημοσίων ακινήτων που αφορούν σε εθνικούς και δημόσιους σκοπούς καθώς και σε υποδομές που τους υποστηρίζουν, ως αναπαλλοτρίωτη δημόσια περιουσία. 

Υπ’ αυτή την έννοια η ένταξη προς απαλλοτρίωση τόσο στο υφιστάμενο ΤΑΙΠΕΔ όσο και στο νέο ταμείο των παραπάνω κατηγοριών ακινήτων αντιβαίνει στο Σύνταγμα. 

Σύμφωνα με την άποψη της Πρωτοβουλίας Πολιτών για την Κατάργηση του ΤΑΙΠΕΔ περιουσιακά στοιχεία που από την φύση τους είναι κοινόχρηστα ή έχουν υπηρετήσει επί μακρόν δημόσιο σκοπό (ιδιόχρηστα) δεν μπορούν να «αποχαρακτηριστούν» και να τεθούν εκτός της δημόσιας περιουσίας του κράτους με μια απλή διοικητική πράξη μετατροπής τους σε ιδιωτική περιουσία του κράτους. Το ερώτημα αυτό τέθηκε σε όλες τις δίκες κατά του ΤΑΙΠΕΔ, καθώς ο χαρακτήρας της δημόσιας περιουσίας του κράτους δεν μπορεί ούτε να οδηγεί στο απείρως εναλλάξιμο με την ιδιωτική του περιουσία αλλά και συνεπάγεται έντονους περιορισμούς ως προς το απαλλοτριώσιμο των στοιχείων αυτών σε ιδιώτες. 

Σε κάθε περίπτωση η εκποίηση των περιουσιακών στοιχείων του κράτους που θα περιληφθούν στο νέο ταμείο, όπως και αν αυτά χαρακτηριστούν, συνιστά παραβίαση της εθνικής και λαϊκής κυριαρχίας. Αυτό αποτελεί συγκλίνουσα θέση ελλήνων και αλλοδαπών νομικών και οικονομολόγων, παρά κάποιες μικρές επιμέρους διαφοροποιήσεις μεταξύ τους. 

Ε. Η Πρωτοβουλία Πολιτών για την Κατάργηση του ΤΑΙΠΕΔ διαπιστώνει ότι, δυστυχώς, έχει να επιτελέσει πολύ μεγαλύτερο έργο στα νέα δεδομένα. Συνεχίζουμε, σε στενή σύνδεση με τα επιμέρους κινήματα που υπερασπίζονται συγκεκριμένα δημόσια περιουσιακά στοιχεία, τα οποία κινδυνεύουν άμεσα να εκποιηθούν. Σε κάθε περίπτωση πρώτος μας στόχος είναι να αποτρέψουμε τη δημιουργία του νέου ΤΑΙΠΕΔ και τουλάχιστον την ελαχιστοποίηση του αριθμού των περιουσιακών στοιχείων του δημοσίου που θα περιλάβει. 

Πληροφορίες 
-Μπελαντής Δημήτρης, dbelantis@hotmail.com, τηλ. 6938426850 
-Πορτάλιου Ελένη, portel@central.ntua.gr, τηλ. 2107512560 

Πλειστηριασμοί: Πάμε σαν ...άλλοτε

Το σήμερα και το χθες μιας επιχείρησης αρπαγής ακινήτων

ΣΤΑ ΚΟΡΑΚΙΑ ΤΑ "ΚΟΚΚΙΝΑ" ΔΑΝΕΙΑ ΓΙΑ ΚΥΜΑ ΕΚΒΙΑΣΜΩΝ ΚΑΙ ΠΛΕΙΣΤΗΡΙΑΣΜΩΝ. ΟΥΤΕ ΤΗ ΛΗΣΤΕΙΑ ΤΟΥ ΔΗΜΟΣΙΟΥ ΜΕ ΤΗΝ "BAD BANK" ΔΕΝ ΔΕΧΟΝΤΑΙ ΟΙ "ΘΕΣΜΟΙ" 
Βορά στα κοράκια των funds θέλουν οι δανειστές τα «κόκκινα» δάνεια νοικοκυριών και επιχειρήσεων, απορρίπτοντας ακόμα και αυτήν την επιζήμια για τους φορολογούμενος πρόταση της κυβέρνησης για τη διαχείρισή των "κόκκινων" δανείων από φορέα στον οποίο θα συμμετείχαν το δημόσιο και ιδιωτικά κεφάλαια. 

Το σχέδιο για τη σύσταση εξειδικευμένης κρατικής εταιρείας διαχείρισης περιουσιακών στοιχείων (Asset Management Company ή SPV-όχημα ειδικού σκοπού), παρ' ότι επιζήμιο για τους πολίτες, δεν γίνεται αποδεκτό από τους "θεσμούς", οι οποίοι -κυρίως το ευρωπαϊκό τους σκέλος- επιμένουν να ανοίξει πλέον διάπλατα ο δρόμος για απευθείας πωλήσεις δανείων από τις τράπεζες στους περιβόητους «επενδυτές της μιζέριας» -τα λεγόμενα distress funds- που εδώ και χρόνια πολιορκούν τις τράπεζες για να αποκτήσουν έναντι πινακίου φακής σπίτια, ξενοδοχεία και επιχειρήσεις. 

Παρότι η συζήτηση μεταξύ της κυβέρνησης και του κουαρτέτου των δανειστών βρίσκεται ακόμη σε εξέλιξη και αναμένεται να κορυφωθεί την Παρασκευή (7/8), οι δανειστές δεν αναμένεται να κάνουν βήματα πίσω από την πρότασή τους να υιοθετηθεί στην Ελλάδα το μοντέλο της «εντός ισολογισμού» αντιμετώπισης των μη εξυπηρετούμενων δανείων. 

Δηλαδή της ενεργητικής διαχείρισής τους από τις ίδιες τις τράπεζες, ώστε αφού γίνουν οι απαραίτητες τροποποιήσεις στο θεσμικό πλαίσιο, να μπορούν να πωλούν πακέτα μη εξυπηρετούμενων στεγαστικών, καταναλωτικών ή επιχειρηματικών δανείων απευθείας σε ιδιωτικά funds με στόχο να εξυγιάνουν τους ισολογισμούς τους. 

Πρόκειται λίγο-πολύ για το ίδιο μοντέλο που είχε υιοθετήσει και η προηγούμενη κυβέρνηση κατά τις διαπραγματεύσεις με την τότε τρόικα, και το οποίο εφόσον υιοθετηθεί, θα αναβιώσει προσπάθειες εμπορίας «κόκκινων» δανείων όπως αυτές που είχαν επιχειρήσει πέρυσι η Alpha Bank με την Aktua και η Πειραιώς με την KKR, και θα ανοίξει τον δρόμο σε μαζικές εκποιήσεις και πλειστηριασμούς ακινήτων. 

Με βάση αυτό το μοντέλο είχε ψηφιστεί ο -ανενεργός σήμερα- «νόμος Δένδια» για τα επιχειρηματικά δάνεια και είχε καταρτιστεί ο «Κώδικας Δεοντολογίας» των τραπεζών για τα δάνεια των νοικοκυριών που είχε επεξεργαστεί η Τράπεζα της Ελλάδος με οδηγίες για την ενεργητική διαχείριση των στεγαστικών και λοιπών δανείων. 

Αντίθετες στη λύση αυτή είναι τόσο η κυβέρνηση όσο και οι διοικήσεις των τραπεζών, που δίνουν μάχη να πείσουν για την ανάγκη ίδρυσης εταιρείας διαχείρισης με τη συμμετοχή του Δημοσίου και ιδιωτικών κεφαλαίων, όπως συνέβη με τη NAMA της Ιρλανδίας (51% ιδιώτες και 49% κράτος) το 2009 και τη SAREB στην Ισπανία (55% ιδιώτες και 45% Δημόσιο), όπου πάντως, παρά την ύπαρξή τους, οι μαζικές εξώσεις πολιτών από τις κατοικίες τους δεν αποφεύχθηκαν. 

Η κυβέρνηση προκρίνει τον ενδιάμεσο φορέα γιατί θεωρεί ότι με τον τρόπο αυτό θα μπορέσει να αντιμετωπίσει κυρίως τις κοινωνικές επιπτώσεις του δράματος των «κόκκινων» στεγαστικών και καταναλωτικών δανείων, και οι τράπεζες επειδή θεωρούν πως θα έχουν περισσότερα άμεσα οφέλη αν ξεφορτωθούν τα ζημιογόνα χαρτοφυλάκιά τους πουλώντας τα «ακριβότερα» και πιο γρήγορα σε έναν ενδιάμεσο φορέα με κρατική συμμετοχή, παρά στα «κοράκια» που πληρώνουν μόλις 6-10% επί της αξίας των δανείων. 

ΠΡΟΗΓΟΥΝΤΑΙ ΟΙ ... ΤΡΑΠΕΖΕΣ 
Ηδη οι αλλαγές στον Κώδικα Πολιτικής Δικονομίας που δίνει πλεονέκτημα στις τράπεζες για τους πλειστηριασμούς και η προωθούμενη τροποποίηση του πτωχευτικού δικαίου, που επίσης θα διευκολύνει τις χρεοκοπίες επιχειρήσεων, αποτελούν βήματα τα οποία προετοιμάζουν το νέο τοπίο για την «ενεργητική διαχείριση» των δανείων. 

Οι «αντιρρήσεις» των θεσμών και πρωτίστως της Ευρωπαϊκής Κεντρικής Τράπεζας και της Ευρωπαϊκής Επιτροπής στην πρόταση δημιουργίας εξειδικευμένης εταιρείας διαχείρισης τύπου «Bad Bank» άπτονται τόσο του θεσμικού πλαισίου της Ε.Ε. όσο και διαδικαστικών ζητημάτων, ενώ συνδέονται άμεσα με το ελληνικό δημόσιο χρέος αλλά και με την πιθανότητα κουρέματος των καταθέσεων: 

Το σχέδιο για αμιγώς κρατική Bad Bank προσκρούει στον νόμο που ψηφίστηκε για τη «διάσωση εκ των έσω» των προβληματικών τραπεζών (bail-in). Αν το κράτος συνεισφέρει κεφάλαια για τη δημιουργία τέτοιου φορέα που θα αγοράσει τραπεζικά δάνεια, ενδέχεται να ενεργοποιηθεί η διαδικασία του bail-in που προβλέπει ότι πριν από κάθε κρατική βοήθεια σε τράπεζα πρέπει να κουρευτούν ομολογιούχοι, μέτοχοι και ανασφάλιστοι καταθέτες άνω των 100.000 ευρώ έως και του 8% των κεφαλαίων. 

Υπάρχει κίνδυνος επίσης ακόμη και αν η συμμετοχή του κράτους στον φορέα είναι μικρότερη του 51% (λ.χ 30-40%) αυτό να κριθεί από τις ευρωπαϊκές αρχές ανταγωνισμού έμμεση κρατική ενίσχυση. 

Ζήτημα εγείρεται και για το αν τα κεφάλαια που θα βάλει το κράτος ως συμμετοχή, θα προσμετρηθούν στο δημόσιο χρέος. 

Αμφισβητείται η δυνατότητα του Δημοσίου να οργανώσει γρήγορα (ουσιαστικά μέχρι το τέλος του έτους) τις υποδομές και τη λειτουργία ενός τέτοιου φορέα. 

ΕΛΕΓΚΤΕΣ ΤΗΣ ΕΚΤ ΓΙΑ ΤΑ STRESS TESTS 
Το αν θα υπάρξει ή όχι άμεσα συμφωνία για το μοντέλο διαχείρισης των «κόκκινων» δανείων που ξεπερνούν τα 80 δισ. ευρώ, θα κρίνει σε μεγάλο βαθμό και τις κεφαλαιακές ανάγκες των τραπεζών. Στην κυβέρνηση φοβούνται ότι πιθανόν οι απαιτήσεις που θα δείξουν τα stress tests θα είναι «αρκετάφουσκωμένες» σε πρόσθετα κεφάλαια, από τη στιγμή που επιλεγεί η λύση της διαχείρισης των δανείων αυτόνομα από τις τράπεζες, επειδή οι υποθέσεις που θα γίνουν είναι ότι οι τράπεζες δεν θα καταφέρουν να ανακτήσουν σημαντικά ποσά από τις πωλήσεις δανείων σε funds. 

Ενδεικτικά ο υπουργός Οικονομίας Γ. Σταθάκης που χειρίζεται το θέμα των «κόκκινων» δανείων δήλωσε χθες ότι οι αποφάσεις για την ανακεφαλαιοποίηση θα πρέπει να συνδυαστούν χρονικά με αυτές για τα «κόκκινα» δάνεια καθώς, όπως είπε, τα δύο θέματα αλληλοεπηρεάζονται. Ωστόσο, κυβερνητικά στελέχη έλεγαν ότι οι συζητήσεις για το θέμα έχουν ακόμη πολύ δρόμο μπροστά τους. 

Από την άλλη, πληροφορίες θέλουν την κυβέρνηση και τους δανειστές να έχουν συμφωνήσει ήδη στο μοντέλο ανακεφαλαιοποίησης των τραπεζών, απορρίπτοντας τη λύση της απευθείας χρηματοδότησης από τον Ευρωπαϊκό Μηχανισμό Σταθερότητας (ESM) καθώς αυτό θα σήμαινε πιθανότητα κούρεμα των ανασφάλιστων καταθέσεων (άνω των 100.000 ευρώ) και προκρίνοντας είτε το σενάριο νέας ανακεφαλαιοποίησης μέσω του Ταμείου Χρηματοπιστωτικής Σταθερότητας είτε –σύμφωνα με κάποιες σκέψεις- μέσω του «υπερταμείου» αποκρατικοποιήσεων. 

Η επικεφαλής του ενιαίου ευρωπαϊκού μηχανισμού εποπτείας των τραπεζών, Ντανιέλ Νουί, ανέφερε χθες σε επιστολή της ότι οι όποιες κεφαλαιακές ανάγκες ανακύψουν για τις ελληνικές τράπεζες θα μπορούσαν να καλυφθούν από το κονδύλι των 25 δισ. ευρώ το οποίο προβλέπεται να δοθεί μέσω του τρίτου προγράμματος για την ανακεφαλαιοποίηση των τραπεζών. 

Σε κάθε περίπτωση στόχος είναι οι όποιες ανάγκες αναδειχθούν από τις διαδικασίες ελέγχου της ποιότητας ενεργητικού που ήδη έχουν ξεκινήσει (σ.σ. σήμερα έρχονται στην Ελλάδα τα κλιμάκια της ΕΚΤ) και των stress tests που θα ακολουθήσουν, να καλυφθούν πριν τελειώσει το 2015 ώστε να περιοριστεί ο κίνδυνος κουρέματος των ανασφάλιστων καταθέσεων, δεδομένου ότι η ισχύς του σχετικού νόμου για τη «διάσωση εκ των έσω» στις τράπεζες ξεκινά από την 1η Ιανουαρίου 2016.

1931-1945 – Η ιστορία επαναλαμβάνεται

Ανάλογες πρακτικές μ’ αυτές που σχεδιάζει σήμερα η κυβέρνηση μαζί με τους «εταίρους» της κατά των μικροϊδιοκτητών εφάρμοζε και η κυβέρνηση του Λαϊκού κόμματος το 1933. Ήδη από τα τέλη του 1931 η χώρα αντιμετώπιζε οικονομική κρίση με συνέπεια την αύξηση της ανεργίας και της φτώχειας. Έτσι χιλιάδες βιοπαλαιστές, οι οποίοι είχαν δανειστεί με επαχθείς όρους για να φτιάξουν ένα σπιτάκι να στεγάσουν την οικογένειά τους, αδυνατούσαν να αποπληρώσουν τα δάνειά τους, με αποτέλεσμα να είναι συνήθη τα φαινόμενα των κατασχέσεων και των πλειστηριασμών ακινήτων. Η κυβέρνηση κώφευε στις εκκλήσεις τους για λήψη μέτρων με σκοπό την προστασία τους από τους τοκογλύφους δανειστές. Ο τότε υπουργός Δικαιοσύνης Σπ. Ταλιαδούρος απάντησε σε διάβημα που του επέδωσε η νεοϊδρυθείσα «Ένωση χρεωμένων μικροϊδιοκτητών» ότι δεν επρόκειτο να τους δοθεί καμιά διευκόλυνση για την πληρωμή των χρεών τους (εφημερίδα ΡΙΖΟΣΠΑΣΤΗΣ, φύλλο της 6ης Αυγούστου 1933).

Με βάση τους ισχύοντες νόμους οι δανειολήπτες ήταν υποχρεωμένοι να καταβάλουν τον τόκο ανά τρίμηνο. Αν καθυστερούσαν έστω και μια μέρα, οι δανειστές είχαν το δικαίωμα να απαιτήσουν την είσπραξη ολόκληρου του δανείου. Σε περίπτωση που οι χρεοφειλέτες δεν πλήρωναν εντός οκταημέρου τους καθυστερούμενους τόκους καθώς και τα έξοδα της κοινοποιήσεως της επιταγής, έξοδα που έφθαναν από 600 έως 1.000 δραχμές, τότε άρχιζε η διαδικασία της κατάσχεσης του σπιτιού τους. Αν αδυνατούσαν και πάλι εντός οκτώ ημερών να εκπληρώσουν τις υποχρεώσεις τους, τότε διενεργείτο αναγκαστικός πλειστηριασμός. Το «νόστιμο» της υπόθεσης ήταν το ότι οι δανειολήπτες επιβαρύνονταν εκτός των άλλων με τα δικαστικά έξοδα της κατάσχεσης (περίπου 5.000 δραχμές) και με τα έξοδα της διενέργειας του πλειστηριασμού (3.000 δραχμές). Φυσικά θα πλήρωναν και τους καθυστερούμενους φόρους καθαράς προσόδου καθώς και το φόρο μεταβίβασης οικοδομών 2%.

Μπροστά στον άμεσο κίνδυνο να «βγει στο σφυρί» το σπιτάκι τους και να «βρεθούν στο δρόμο» οι χρεωμένοι μικροϊδιοκτήτες προσπαθούσαν πανικόβλητοι να βρουν κάποιον αγοραστή. Σπάνια όμως εύρισκαν σε περίοδο οικονομικής κρίσης. Έτσι κατά κανόνα γινόταν «πλειοδοτική» δημοπρασία, στην οποία παρουσιαζόταν ως μοναδικός «πλειοδότης» ο τοκογλύφος δανειστής, ο οποίος έπαιρνε το σπίτι σε τιμή μικρότερη από το ¼ της πραγματικής του αξίας.

Στο προαναφερθέν φύλλο του ΡΙΖΟΣΠΑΣΤΗ αναφερόταν η περίπτωση ενός χρεωμένου μικροϊδιοκτήτη (ονόματι Ρηγόπουλου). Είχε ένα σπίτι αξίας 80.000 δραχμών υποθηκευμένο για δάνειο 10.000 δραχμών. Επειδή καθυστέρησε να καταβάλει τον τόκο της τριμηνίας που ανερχόταν στο ποσό των 300 δρχ., ο δανειστής τού κοινοποίησε επιταγή για την είσπραξη ολόκληρου του δανείου. Ο δυστυχής χρεοφειλέτης δεν είχε λεφτά, για να πληρώσει, κι έτσι σε οκτώ μέρες του κοινοποιήθηκε η κατάσχεση του σπιτιού του και επιβαρύνθηκε με άλλες 5.500 δρχ. για τα δικαστικά έξοδα. Με γράμμα, λοιπόν, που έστειλε στην εφημερίδα εξέφραζε την απόγνωσή του, γιατί, αν δεν έβρισκε δεκαέξι χιλιάδες δραχμές για να αποπληρώσει το ποσό του δανείου (10.000 δρχ.), τον τόκο (300 δρχ.) και τα έξοδα της κατάσχεσης (5.500 δρχ.), το σπίτι του θα έβγαινε σε πλειστηριασμό.

Η αναλγησία της Πολιτείας, η οποία δεν έδειχνε καμιά διάθεση να προστατεύσει τη φτωχολογιά από τους κερδοσκόπους δανειστές, ανάγκασε τους χρεοφειλέτες να οργανωθούν. Στην Αθήνα ιδρύθηκε η «Ένωση χρεωμένων μικροϊδιοκτητών», στην οποία εγγράφτηκαν αρχικά περίπου 500 άτομα. Ανάλογες οργανώσεις είχαν γίνει και σε άλλες πόλεις. Τα αιτήματά τους διαφοροποιούνταν:

- Η Ένωση των Αθηνών ζητούσε να γίνει χρεοστάσιο (= να σταματήσει η αποπληρωμή των δανείων) όσο διαρκούσε η οικονομική κρίση.

- Οι χρεωμένοι μικροϊδιοκτήτες των Πατρών διεκδικούσαν πεντάχρονο χρεοστάσιο και μετά τη λήξη του να πληρωθούν τα δάνεια σε εξάμηνες δόσεις.

- Η οργάνωση μικροϊδιοκτητών Βόλου διεκδικούσε την ενοποίηση όλων των χρεών, τα οποία θα αναλάμβανε η Κτηματική Τράπεζα Ελλάδας (τότε ήταν τμήμα της Εθνικής Τράπεζας). Με απλά λόγια η Τράπεζα θα τα αποπλήρωνε τους ιδιώτες δανειστές και θα αναλάμβανε να τα εισπράξει η ίδια από τους μικροϊδιοκτήτες.

- Στο Εμποροεπαγγελματικό συνέδριο που συγκλήθηκε στις Σέρρες προτάθηκε «η διετής αναστολή των ενυπόθηκων δανείων» και η αποπληρωμή τους ύστερα σε 10 ετήσιες δόσεις με επιτόκιο 5%.

Εκφράστηκαν όμως και ορισμένες άλλες απόψεις, όπως:
-Η διαγραφή των χρεών προς τους τοκογλύφους δανειστές και τις τράπεζες.
-Η συγκρότηση επιτροπών σε κάθε πόλη, κωμόπολη και χωριό, ώστε να συντονιστεί ο αγώνας των χρεωμένων μικροϊδιοκτητών και να λάβει καθολικό χαρακτήρα με τη σύνταξη ψηφισμάτων διαμαρτυρίας προς τις αρμόδιες αρχές, με συγκεντρώσεις αλληλεγγύης στα δικαστήρια και στους τόπους όπου γίνονταν πλειστηριασμοί, με συλλαλητήρια κ.ά.. Ακόμα καλούνταν οι εργατικές οργανώσεις και τα Εργατικά Κέντρα να ενισχύσουν με όλες τους τις δυνάμεις τον αγώνα των μεροκαματιάρηδων που κινδύνευαν να χάσουν το σπίτι τους.

Οι κινητοποιήσεις των χρεωμένων μικροϊδιοκτητών προσωρινά απέδωσαν καρπούς. Η κυβέρνηση του Π. Τσαλδάρη (ηγέτη του Λαϊκού κόμματος) αποφάσισε την καθιέρωση ολιγόμηνου χρεοστασίου, ύστερα όμως από τη λήξη του το πρόβλημα επιδεινώθηκε και προκάλεσε κοινωνικές εξεγέρσεις. Για την αποτροπή γενίκευσής τους το Σεπτέμβριο του 1935 ψηφίστηκε δικαιοστάσιο, που καθόριζε ότι τα χρέη επί των ακινήτων θα εξοφλούνταν με τους ακόλουθους όρους:

Στο τέλος κάθε τριμηνίας από την 1η Οκτωβρίου 1935 και εξής οι χρεοφειλέτες θα κατέβαλλαν στους δικαιούχους (σε ιδιώτες δανειστές και σε Τράπεζες) τους τόκους της τριμηνίας επί του οφειλόμενου ποσού.

Από την 1η Μαρτίου 1936 μέχρι την 31η Αυγούστου 1937 θα καταβάλλονταν σε τρεις ισόποσες εξάμηνες δόσεις όλοι οι καθυστερούμενοι παλιοί τόκοι.

Από την 1η Σεπτεμβρίου 1937 ως την 31η Αυγούστου 1941 θα καταβαλλόταν σε οκτώ ίσες εξάμηνες δόσεις το οφειλόμενο δάνειο.

Αλλά «πίσω είχε η αχλάδα την ουρά». Στη 2η παράγραφο το δικαιοστάσιο όριζε ότι «εν καθυστερήσει της μιας των υπό της παραγράφου 1 καθοριζομένων δόσεων χωρούσε αναγκαστική εκτέλεσις», δηλαδή κατάσχεση και πλειστηριασμός ακινήτων. Από τη ρύθμιση αυτή είχαν εξαιρεθεί όσοι χρωστούσαν στους δημόσιους φόρους. Η μη καταβολή τους έδινε τη δυνατότητα στο κράτος να κατασχέσει τα σπίτια φτωχών ανθρώπων.

Οι ρυθμίσεις αυτές δεν έλυναν το πρόβλημα των χρεωμένων μικροϊδιοκτητών. Γι’ αυτό την 22α Μαρτίου 1936 συγκλήθηκε στην Αθήνα Πανελλαδικό συνέδριο των χρεοφειλετών. Ένα από τα αιτήματά τους ήταν η αναστολή κατασχέσεων και πλειστηριασμών (εφημερίδα ΡΙΖΟΣΠΑΣΤΗΣ, φύλλο της 21ης Μαρτίου 1936). Το αίτημά τους όμως δεν υλοποιήθηκε.


Από τη μελέτη της νεότερης ελληνικής ιστορίας προκύπτει ότι σε δύο περιόδους έγινε πραγματική αρπαγή της μικρής ιδιοκτησίας και μάλιστα υπό τις «ευλογίες» της Πολιτείας: Κατά την περίοδο της διακυβέρνησης της χώρας από το Λαϊκό κόμμα (1933 – 1935) κι αμέσως μετά την περίοδο της κατοχής.

Κατοχική περίοδος: Η Ανατομία μιας «ανακατανομής»

Πηγή: http://www.iospress.gr/ios2010/ios20100403.htm

Το πρώτο δεδομένο αφορά τα μεγέθη του φαινομένου. Οπως φαίνεται από τον Πίνακα Ι (βλέπετε στο τέλος του κειμένου), μέσα στην κατοχή άλλαξαν χέρια 350.000 περίπου ακίνητα. Το ένα τρίτο απ’ αυτά ήταν «αστικά» (σπίτια και οικόπεδα), τα δυο τρίτα «αγροτικά» (δηλαδή χωράφια, συχνά στην περίμετρο των αστικών κέντρων, συμπεριλαμβανομένου του μεγαλύτερου μέρους των σημερινών πολεοδομικών συγκροτημάτων της Αθήνας και της Θεσσαλονίκης), ενώ πουλήθηκαν και 1.000 περίπου «βιομηχανικά» ακίνητα, ως επί το πλείστον βιοτεχνίες.

Η σχέση των περισσότερων απ’ αυτές τις συναλλαγές με τον πόλεμο και την πείνα είναι προφανής: τρεις στις τέσσερις πραγματοποιήθηκαν μέσα στα πρώτα δυο χρόνια της Κατοχής (1941-42), την περίοδο δηλαδή κατά την οποία σημειώθηκε και ο μεγαλύτερος αριθμός θανάτων από ασιτία. Στα τέλη του 1942, η κατάσταση είχε πιά κάπως σταθεροποιηθεί χάρη στα συσίτια του Ερυθρού Σταυρού. Ο κόσμος δεν πέθαινε πλέον από την πείνα, οπότε και το ξεπούλημα των περιουσιακών στοιχείων (όσων δεν είχαν «σκοτωθεί» το προηγούμενο διάστημα) περιορίστηκε αισθητά.

Η προπολεμική αξία αυτών των ακινήτων αποτυπώνεται στον Πίνακα ΙΙ. Οπως διαπιστώνουμε, η συντριπτική πλειοψηφία των πωλήσεων αφορά μικρά και μεσαία περιουσιακά στοιχεία, τα δε «βιομηχανικά» ακίνητα είναι στο σύνολό τους σχεδόν βιοτεχνικές μονάδες και μαγαζιά. Δεν έχουμε βέβαια στοιχεία για το βαθμό συγκέντρωσης αυτών των ιδιοκτησιών προπολεμικά, λογικά όμως το μεγαλύτερο μέρος τους πρέπει να ανήκε σε μεσαία στρώματα μικροϊδιοκτητών.

Η σχέση ανάμεσα στην προπολεμική αξία αυτών των ακινήτων και τις τιμές με τις οποίες «σκοτώθηκαν» αυτά επί Κατοχής φωτίζει ακόμη περισσότερο το χαρακτήρα αυτών των αγοραπωλησιών (Πίνακας ΙΙΙ). Σε μια Ελλάδα όπου οι τιμές των βασικών ειδών διατροφής είχαν δεκαπλασιαστεί (σε σχέση με το μέσο ημερομίσθιο) μεταξύ Οκτωβρίου 1940 κι Απριλίου 1943, τα ακίνητα πωλούνταν κατά μέσο όρο στο 1/13 με 1/20 της αξίας τους! Οπως διαπιστώνουμε δε από τους δειγματοληπτικούς πίνακες που συνοδεύουν ως τεκμήρια το «Υπόμνημα» του 1946, αυτή η υποτίμηση των πωλούμενων ακινήτων υπήρξε μεγαλύτερη στο φόρτε της πείνας, αλλά και όσον αφορά τα ακίνητα μικρότερης προπολεμικής αξίας. Με δυο λόγια, οι μικροϊδιοκτήτες ξεπούλησαν φτηνότερα τα υπάρχοντά τους απ’ ό,τι οι «μεσαίοι» (που ενδεχομένως κινδύνευαν λιγότερο άμεσα από την πείνα).

Ακόμη και τα κλάσματα αυτά είναι ωστόσο σε μεγάλο βαθμό παραπειστικά, καθώς ο μηχανισμός που η δωσίλογη «Ελληνική Πολιτεία» είχε θεσπίσει γι’ αυτές τις συναλλαγές κατέληγε στην πράξη σε ακόμη μεγαλύτερη υποτίμηση της αξίας των πωλούμενων ακινήτων. Σύμφωνα με το Ν.Δ. 771 του 1941, όλες οι συναλλαγές άνω των 30.000 δρχ έπρεπε να πραγματοποιούνται μέσω τράπεζας, με κατάθεση εκεί του συνολικού τιμήματος, από το οποίο ο δικαιούχος δεν μπορούσε να κάνει παρά τμηματικές αναλήψεις 30.000 (κι αργότερα 40.000) δρχ κατά ορισμένα διαστήματα. Με τη δραχμή να υποτιμάται διαρκώς έναντι της χρυσής λίρας (συνολικά 1 προς 4.367 μεταξύ Απριλίου 1941 και Φεβρουαρίου 1944), οι τράπεζες ξεζούμιζαν έτσι με τη σειρά τους τον πωλητή.

Η εικόνα της «κοινωνικής κινητικότητας προς τα κάτω» που σηματοδοτεί αυτή η διαδικασία καταγράφεται αναλυτικά στον Πίνακα ΙV, με τα στοιχεία για τη μεταπολεμική οικονομική κατάσταση των πωλητών. Δυστυχώς δεν παρατίθενται στοιχεία για την αντίστοιχη οικονομική τους θέση πριν από τον πόλεμο, ούτε προσδιορίζεται επακριβώς η διαχωριστική γραμμή μεταξύ «απόρων», «ευπόρων» και «πλουσίων». Είναι ωστόσο προφανές ότι στην εκποίηση των μεσαίων κι ενός σημαντικού τμήματος των μεγάλων ιδιοκτησιών έχουμε να κάνουμε με εκπτώχευση (κι ενδεχομένως προλεταριοποίηση) προπολεμικών μεσοστρωμάτων, ενώ το ίδιο ισχύει και για ένα απροσδιόριστο ποσοστό της εκποίησης ακινήτων μικρής αξίας.

Η πιο ενδιαφέρουσα από τις στατιστικές πληροφορίες του «Υπομνήματος» αφορά, ωστόσο, τον κόσμο των αγοραστών (Πίνακας V). Τα δύο τρίτα τους ήταν άνθρωποι που στη διάρκεια της Κατοχής αγόρασαν από ένα ακίνητο, το ένα τέταρτο αγόρασε 2-3, το ένα εικοστό 4-10, ενώ το ένα τριακοστό «φτάχτηκε» πάρα πολύ χοντρά, αποκτώντας στο ίδιο διάστημα από 11 μέχρι 50 ή και περισσότερα ακίνητα. Πέντε με δέκα χιλιάδες Ελληνες βγήκαν, δηλαδή, από την κατοχή αισθητά πλουσιότεροι απ’ ό,τι ήταν πριν. Στην πραγματικότητα, όπως διαπιστώνουμε από το δειγματοληπτικό κατάλογο των 524 αγοραστών, η συγκεντροποίηση είναι ακόμη μεγαλύτερη, αφού συχνά διαφορετικοί αγοραστές είναι πρόσωπα μιας και της αυτής οικογένειας ή συνιδιοκτήτες της ίδιας επιχείρησης.

Ο αριθμός των υπόλοιπων 50 με 55.000 αγοραστών μας αποκαλύπτει μια άλλη όψη του φαινομένου: τον κόσμο που στο διάστημα της Κατοχής μπορεί να μην πλούτισε ιδιαίτερα, μάλλον όμως δεν έγινε και φτωχότερος, αφού απέκτησε κάποια νέα περιουσιακά στοιχεία. Αν κρίνουμε απ’ το διαθέσιμο δειγματολόγιο των 524, ανάμεσά τους βρίσκονται και χιλιάδες «μικροί» μαυραγορίτες, που μέσα στο θανατικό του 1941-42 αγόρασαν σπίτια και οικόπεδα καταβάλλοντας -σύμφωνα με τα συμβόλαια- κάποια δέκατα της λίρας για το καθένα…

Δεν χρειάζεται να είναι κανείς ιδιαίτερα ευφάνταστος, για να καταλάβει πως η «πυραμίδα» αυτή των αγοραστών συγκροτούσε σε μεγάλο βαθμό την κοινωνική βάση της πολιτικής συμμαχίας που στήριξε την εθνικόφρονα μεταπολεμική τάξη πραγμάτων. Για τη διατήρηση των κεκτημένων, η θεσμική κατοχύρωση της «συνέχειας του κράτους» και των θεσμών του μεταξύ 1940 και 1945 (με την ελαχιστοποίηση της απελευθερωτικής τομής του 1944) αποτελούσε μονόδρομο. Τα τανκς του Σκόμπι, μαζί με τη γεωπολιτική θέση της χώρας διασφάλισαν και τα συμφέροντα όλων εκείνων που πλούτισαν τα αμέσως προηγούμενα χρόνια.

Παραρτήματα-Παραπομπές
ΠΙΝΑΚΑΣ Ι
Πωλήσεις ακινήτων επί Κατοχής
ανά έτος
ΕΤΟΣ
ΑΚΙΝΗΤΑ
1941
96.000
1942
163.000
1943
66.000
1944
25.000
ΣΥΝΟΛΟ
350.000
ανά κατηγορία
αστικά
110.000
αγροτικά
239.000
βιομηχανικά
1.000
ΣΥΝΟΛΟ
350.000
  
ΠΙΝΑΚΑΣ ΙΙ
Προπολεμική αξία πωληθέντων ακινήτων

ΚΑΤΗΓΟΡΙΑ< 1.000.000 δρχ1-20.000.000 δρχ.20-50.000.000 δρχ
Αστικά80.00020.00010.000
Αγροτικά190.00040.0009.000
Βιομηχανικά80018020

Πίνακας ΙΙΙ
Το ξεπούλημα των ακινήτων


ΚΑΤΗΓΟΡΙΑ
Συνολική αξία (σε χρυσές λίρες)
Αναλογία
πώλησης/προπολ. αξίας
προπολεμικάτιμών πώλησης
Αστικά63.000.0004.500.0001 / 14
Αγροτικά21.000.0001.050.0001 / 20
Βιομηχανικά6.000.000450.0001 / 13
ΣΥΝΟΛΟ90.000.0006.000.0001 / 15

Πίνακας IV
Μεταπολεμική οικονομική κατάσταση των πρώην ιδιοκτητών

ΚΑΤΗΓΟΡΙΑ
ΑΚΙΝΗΤΩΝ
ΠΡΟΠΟΛΕΜΙΚΗ
ΑΞΙΑ ΑΚΙΝΗΤΩΝ*
μεταπολεμική κατάσταση πρώην ιδιοκτητών
«άποροι»
«εύποροι»
«πλούσιοι»

Αστικά
Μικρές ιδοκτησίες
  80.000
1.800
   200
Μεσαίες ιδιοκτησίες
  18.000
1.300
   700
Μεγάλες ιδιοκτησίες
    7.500
1.200
   300

Αγροτικά
Μικρές ιδοκτησίες
180.000
8.000
2.000
Μεσαίες ιδιοκτησίες
  38.000
1.300
   700
Μεγάλες ιδιοκτησίες
    7.500
1.200
    300

Βιομηχανικά
Μικρές ιδοκτησίες
       700
     80
      20
Μεσαίες ιδιοκτησίες
       170
       8
        2
Μεγάλες ιδιοκτησίες
         17
       2 
        1
(* μικρές ιδιοκτησίες: κάτω του 1 εκατομμυρίου δρχ. Μεσαίες: 1–20 εκ. δρχ. Μεγάλες: 20–50 εκ. δρχ)


Πίνακας V
Αγοραστές ακινήτων επί Κατοχής

1 ακινήτου40.000
2 ακινήτων10.000
3 ακινήτων5.000
4-10 ακινήτων3.000
11-20 ακινήτων1.500
21-50 ακινήτων400
Πάνω από 51 ακινήτων100
ΣΥΝΟΛΟ60.000


Το προφίλ του αγοραστή
Σε πρόσφατο κείμενό του για την πείνα της Κατοχής, ο πανεπιστημιακός Χρήστος Λούκος επισημαίνει την ανάγκη «να διερευνηθεί και με άλλα ιστορικά κριτήρια [πέρα από τις μαρτυρίες απομνημονευματικού χαρακτήρα] ποιοί και με ακριβώς ωφελήθηκαν από τις έκτακτες συνθήκες που προκάλεσεη ξενική κατοχή. Με δυο λόγια, η ανακατανομή πλούτου που έγινε ποιούς ευνόησε». 

Μια πρώτη -μερική- απάντηση μας δίνει ο σχετικός κατάλογος της Πανελλήνιας Ομοσπονδίας Πωλησάντων Ακίνητα επί Κατοχής, που φυλάσσεται στην ομώνυμη συλλογή του ΕΛΙΑ. Πρόκειται για ένα ντοκουμέντο 68 δακτυλογραφημένων σελίδων, όπου καταγράφονται 524 αγοραστές ακινήτων, τα ακίνητα που αγόρασαν, οι αριθμοί συμβολαίων, το αναγραφόμενο σε αυτά τίμημα της αγοράς και το αντίτιμό του σε χρυσές λίρες την εποχή της αγοραπωλησίας. 

Το ντοκουμέντο μας δίνει μια αρκετά περιορισμένη εικόνα του συνόλου. Από τους 100 αγοραστές περισσότερων από 50 ακινήτων αναγράφεται πχ. μόνο ένας (για την ακρίβεια δίδυμο: οι «Παπαλεξανδρής και Στεργίου», που αγόρασαν 120 ακίνητα στα Σπάτα), ενώ φιγουράρουν ελάχιστοι από τους 400 της κατηγορίας «21-50» και μάλλον αρκετοί από τους 1.500 που αγόρασαν από 11 μέχρι 20. Ακόμη κι έτσι, ωστόσο, κάποια συμπεράσματα μπορούν να βγουν, ειδικά όσον αφορά τις μικρομεσαίες κλίμακες της πυραμίδας. 

Μεταξύ των 524 συγκαταλέγονται 28 τουλάχιστον βιομήχανοι, 10 επιχειρηματίες, 18 κτηματίες, 1 εφοπλιστής, 6 εργολάβοι, 4 δικηγόροι και 81 έμποροι, ενώ υπάρχουν επίσης 13 νομικά πρόσωπα με προεξάρχουσα την Εθνική Τράπεζα. Μεταξύ των αγοραστών συγκαταλέγονται και τρεις Εβραίοι, οι δραστηριότητες των οποίων σταματούν για προφανείς λόγους στα μέσα του 1943.

Από τους αναγραφόμενους αγοραστές ακινήτων, «επώνυμες» είναι ίσως μόνο οι οικογένειες Παπαστράτου, Λαναρά, Βασιλειάδη, Καρέλλα και Χυτήρογλου. Στην ίδια κατηγορία μπορεί να υπαχθεί και η Ελένη Βουλπιώτη, σύζυγος του αντιπροσώπου της Ζίμενς Ιωάννη Βουλπιώτη. Μέσα στο 1941 αγόρασε 6 ακίνητα για 1-2 λίρες το καθένα. 

Πιο αποκαλυπτικές είναι ίσως οι πληροφορίες που αντλούμε για τη βάση της πυραμίδας. Μια μεγάλη κατηγορία αγοραστών αποτελούν όπως είδαμε οι έμποροι κάθε λογής, ενώ ιδιαίτερα αξιοσημείωτη είναι η παρουσία επαγγελμάτων που έχουν σχέση με την παραγωγή, διακίνηση ή επεξεργασία τροφίμων. 

Ο «οινομάγειρος» Κ.Ζ. αγόρασε π.χ. 5 οικόπεδα μεταξύ Νοεμβρίου 1941 και Σεπτεμβρίου 1942, ο «ορνιθοτρόφος» Α.Α. 2 σπίτια και 2 χωράφια σε ακόμη μικρότερο διάστημα (Δεκέμβριος - Ιούλιος), ενώ ο «κτηνοτρόφος» Κ.Κ. 3 αγροτεμάχια μεταξύ Μαρτίου και Αυγούστου 1942 κι άλλο ένα τον Ιούλιο του 1943. Από τέσσερα χωράφια αγόρασαν την ίδια πάνω κάτω περίοδο ο «εστιάτωρ» Κ.Α. (Απρίλιος-Νοέμβριος 1942), ο «κρεωπώλης» Γ.Κ. (Μάιος 1942 - Σεπτέμβριος 1943) κι ο «κηπουρός» Θ.Κ. (Ιανουάριος - Οκτώβριος 1942), ενώ αποδοτικότερος αποδείχθηκε ο «ζαχαροπλάστης» Κ.Κ. με 5 ακίνητα μέσα στο τετράμηνο Απριλίου – Ιουλίου 1942. Τρεις «βουστασιάρχες», τέλος, ψώνισαν αντίστοιχα 3, 4 κι 6 «κτήματα», «αγρούς» ή οικόπεδα, ως επί το πλείστον το 1942-43. 

Ο «αστυφύλαξ» Γ.Δ., πάλι, αγόρασε μέσα στο το Μάιο του 1941 τρία σπίτια καταβάλλοντας από μια λίρα για το καθένα. Τέσσερα ακίνητα αγόρασε και η «σύζυγος ενωμοτάρχου» Τ.Α. το 1941-42, με τιμές αγοράς από 3 έως 11 λίρες. Στον κατάλογο δίνουν επίσης το παρών ένας αξιωματικός (4 κτήματα το 1942-43) κι ο «αρχιερεύς Ματθαίος ή Γεώργιος Κ.», που μεταξύ Απριλίου 1943 και παραμονών της απελευθέρωσης έβαλε στην άκρη 2 σπίτια κι 1 απροσδιόριστο «ακίνητον». 

Απροσδιόριστο παραμένει τέλος το επάγγελμα του Γ.Μ., που φέρεται απλώς ως «πρόσφυξ» και μεταξύ Νοεμβρίου 1943 κι Αυγούστου 1944 (ενώ δηλαδή η μεν πείνα είχε υποχωρήσει, αλλά τα μπλόκα, οι συλλήψεις κι οι εκτελέσεις έδιναν κι έπαιρναν) απέκτησε τρία οικοπεδάκια έναντι μηδενικού ή σχεδόν μηδενικού αντιτίμου.


Βιβλιογραφία

-Χρήστος Χατζηιωσήφ: «Η ελληνική οικονομία πεδίο μάχης και αντίστασης»
(στο συλλογικό «Ιστορία της Ελλάδας του 20ού αιώνα», τ. Γ2, εκδ. Βιβλιόραμα, Αθήνα 2007, σ.181-217). Εξαιρετικά διαφωτιστική συνοπτική παρουσίαση της λειτουργίας του ελληνικού καπιταλισμού στις συνθήκες της Κατοχής. 

-Χρήστος Λούκος: «Η πείνα στην Κατοχή» (στο ίδιο, σ.219-61)
Ανατομία της πιο δραματικής ίσως πτυχής της περιόδου, με ανάλυση των κοινωνικών παραμέτρων της τραγωδίας. 

-Σταύρος Θωμαδάκης: «Μαύρη αγορά, πληθωρισμός και βία στην οικονομία της κατεχόμενης Ελλάδας»
(στο συλλογικό «Η Ελλάδα στη δεκαετία 1940-1950. Ένα έθνος σε κρίση», εκδ. Θεμέλιο, Αθήνα 1984, σ.117-44). Πρωτοποριακή μελέτη για την κοινωνικοοικονομική διάσταση της Κατοχής, του δωσιλογισμού και της Αντίστασης, με βάση τα αρχεία του αμερικανικού OSS.

-Γιώργος Θεοτοκάς: «Τετράδια Ημερολογίου (1939-1945)» (εκδ. Εστία, Αθήνα 1980)
Η Αθήνα της Κατοχής μέσα από τις προσωπικές καταγραφές ενός ευαίσθητου παρατηρητή. Ιδιαίτερα ενδιαφέρουσα η περιγραφή της κρίσης (και των συνακόλουθων πολιτικών επιλογών) των μεσοστρωμάτων του κέντρου της πρωτεύουσας.

-Μίνως Δούνιας: «Επειτα από 120 χρόνια ελεύθερης ζωής είμαθα πάλι σκλάβοι»
(εκδ. Εστία, Αθήνα 1987)
Το κατοχικό ημερολόγιο ενός καθηγητή μουσικής από το Ψυχικό. Επανειλημμένες αναφορές στην πείνα, τη συνακόλουθη διάρρηξη του κοινωνικού ιστού και τις ατομικές στρατηγικές αντιμετώπισής της. Μεταξύ άλλων, το Φλεβάρη του 1942 ο συγγραφέας πούλησε τις βέρες του ίδιου και τις γυναίκας του για να πάρει τρία κιλά αλεύρι.

Πέπη Ρηγοπούλου: Η ζωή δίνει λύσεις που δεν φαντάζεται η ιδεολογία (αναδημοσίευση)


ΣΥΝΕΝΤΕΥΞΗ στον Γιώργο Παπαϊωάννου

Η συζήτηση με την Πέπη Ρηγοπούλου δύσκολα περιορίζεται σε ένα μόνο πεδίο. Μιλήσαμε μαζί της κυρίως για την κατάσταση που διαμορφώνεται σήμερα στο πολιτικό πεδίο και την καταστρατήγηση της δημοκρατίας και της κυριαρχίας. Όπως και για το κενό πολιτικής εκπροσώπησης, το ρόλο του μαζικού κινήματος και του πολίτη, τη σχέση του με τους «εκπροσώπους». Αλλά και για τη βαθύτερη φύση των μνημονίων για τα οποία δηλώνει ότι «δεν είναι και δεν ήταν μόνον οικονομικά ή έστω και πολιτικά. Το πολιτισμικό μνημόνιο προηγήθηκε κατά πολύ και ήταν προϋπόθεση για να επιβιώνει μέχρι σήμερα το οικονομικό».

Η Πέπη Ρηγοπούλουδιδάσκει στο Πανεπιστήμιο Αθηνών και είναι συγγραφέας πολλών βιβλίων σχετικών με τον Πολιτισμό, την Τέχνη, το Μύθο, την Ψυχανάλυση. Το τελευταίο της βιβλίο κυκλοφορεί από τις Εκδόσεις Ταξιδευτής με τίτλο Θάλαμος ανανήψεως: Μικρά Ασία, Πολυτεχνείο, Κύπρος, Μνημόνια.

Στην πρόσφατη ομιλία σας στο περιστύλιο της Βουλής για τα 41 χρόνια από την πτώση της δικτατορίας, κάνατε λόγο για τη συμπληρωματικότητα που θα έπρεπε να έχουν η Βουλή και η -σύμφωνα με τη διατύπωσή σας- «άμεση και αυθόρμητη σε μεγάλο βαθμό έκφραση της πλατείας, που καταγράφει τον παλμό του κάθε πολίτη». Μπορεί αυτό να συμβεί χωρίς βαθιές τομές στο πολιτικό σύστημα και ποιες θα ήταν αυτές;

Η μνήμη μας λέει πως τη Βουλή δεν μας την χάρισε κανένας. Δεν εκχωρήθηκε, αλλά κατακτήθηκε. Και γι αυτό, με την επίγνωση ότι σήμερα, αυτήν την μετέωρη ώρα, η Βουλή των Ελλήνων είναι μειωμένης κυριαρχίας, και σε αντίθεση με την τάση που κυριαρχεί στην Ευρώπη και αλλού, και που έχει ενταθεί στην Ελλάδα, μετά από την πρόσφατη ήττα, χρειαζόμαστε μια εκπροσώπηση, όσο μπορούμε, όσο το δυνατόν, πιο δημοκρατική και ουσιαστική. Οι εκπρόσωποι χρειάζονται πολλά: Γνώση των ζητημάτων και όχι υπογραφές με κλειστά μάτια. Θάρρος, ανιδιοτέλεια και ικανότητα να κρατούν το καλύτερο, ακόμα και από τα λόγια του εξωκομματικού είτε εσωκομματικού αντιπάλου. Το εξουσιαστικό μοντέλο που αναπαράγεται συνεχώς, με ανθρώπους που γίνονται οι καρέκλες τους, που θεωρούν ότι το κράτος είναι εκείνοι και άρα όλα τους επιτρέπονται, χωρίς διάθεση αυτοκριτικής, οδηγεί στην αλλοτρίωση. Όχι μόνο τη δική τους αλλά και της κοινωνίας. Αυτό που πρωτίστως χρειάζεται είναι να εμπνέονται όχι από τα Μέσα και τις δημοσκοπήσεις, καταλήγοντας να γίνουν ετερόνομοι και απρόσωποι, επιρρεπείς στη διαπλοκή, αλλά από τον ουσιαστικό διάλογο με την κοινωνία. Τη ζωντανή πάσχουσα και αγωνιζόμενη κοινωνία και όχι το ιδεολόγημα ή την καρικατούρα της. Και αυτό σημαίνει πως θα πρέπει να νιώθουν και να είναι όχι πάνω και έξω από τον κόσμο αλλά μέσα σ’ αυτόν. Μέσα στις αγωνίες του, μέσα στους αγώνες του, ακόμα και στα λάθη του, που δεν πρέπει να τα χαϊδεύουν, για να κλέψουν σήμερα την ψήφο του, έτοιμοι να αθετήσουν κυνικά αύριο όσα υποσχέθηκαν. Ο κόσμος, διστάζω να πω τη λέξη λαός έτσι που την έχουν διασύρει οι διάφοροι δεκάρικοι, δεν πρέπει να φοβίζει, με το πρόσχημα ότι είναι «ανεξέλεγκτος», «ανώριμος». Μέσα στον αγωνιζόμενο λαό υπάρχουν σπέρματα σκέψης που είναι ένα δώρο: Δώρο που ο πολιτικά δρων και σκεπτόμενος πρέπει να μπορεί να συλλαμβάνει, να επεξεργάζεται και να επιστρέφει στον δωρητή με την μορφή πολιτικού προτάγματος. Με αγάπη αλλά χωρίς κολακείες. Αυτή η υπέρβαση από την μεριά του εκπροσώπου, η κριτική και υπεύθυνη πορεία του προς τον λαό χρειάζεται και μια άλλη υπέρβαση. Αυτή του μαζικού κινήματος, των ανθρώπων που δρουν συλλογικά στη βάση. Όσοι μετέχουμε στη βάση πρέπει να εμπνεόμαστε από την Εκκλησία του Δήμου μάλλον και όχι την Απέλλα ή την Αρένα. Να βουλευόμαστε, δηλαδή, όχι να βοούμε σαν οπαδοί ή θεατές. Αν αυτή η υπέρβαση γινόταν -και μακάρι να γίνει- εκλεγμένοι/ες εκπρόσωποι και κοινωνική βάση θα μπορούσαν να πλησιάσουν και -με επίγνωση των διαφορετικών ρόλων τους- να συναντηθούν και να συνδυαστούν δημιουργικά και κριτικά ως αυτόνομοι και ενεργοί πολίτες.

Το κενό πολιτικής εκπροσώπησης που υπάρχει στην ελληνική κοινωνία, δεν επανέρχεται στο προσκήνιο μετά τις τελευταίες εξελίξεις; Τι θα διαπιστώναμε συγκρίνοντας το αποτέλεσμα του δημοψηφίσματος με όσα ψηφίζει αυτές τις μέρες η Βουλή των Ελλήνων;

Επανέρχεται με φόντο την υποτέλεια και την ταπείνωση, την σχιζοείδεια είτε τον κυνισμό που δεν εγκυμονούν το καλό. Αλλά ενώ η καταγγελία μοιάζει απλή, η χάραξη εναλλακτικής πορείας απαιτεί όραμα, γνώση και τόλμη. Και επίγνωση ότι η ζωή δίνει λύσεις που δεν φαντάζεται η ιδεολογία.

Το τέλος της μεταπολίτευσης προαναγγέλλεται διαρκώς. Δεν φαίνεται όμως να έχει κλείσει οριστικά αυτός ο κύκλος, από την άποψη του τρόπου που οργανώνεται η πολιτική ζωή, που υπάρχουν τα κόμματα, που συμμετέχει ή δεν συμμετέχει ο πολίτης.

Κατ’ αρχήν ας σκεφθούμε πώς θα ήταν τα πράγματα σήμερα αν έστω και με τον οδυνηρό τρόπο που έγινε, δεν είχε πέσει η δικτατορία. Η Μεταπολίτευση -παρά τις κούφιες και ύποπτες ρητορικές, παρά την μεταμφίεση των συμφερόντων και την αναρρίχηση αρκετών που εισέπραξαν το αίμα άλλων στην Ελλάδα και την Κύπρο- έδωσε μια ανάσα σε πολλούς ανθρώπους, ήταν μια υπόσχεση για ένα αλλιώς που θα μπορούσε ίσως να υπάρξει με ουσιαστικό τρόπο. Η συνολική απαξίωσή της βολεύει όσους βιάζονται να θάψουν την κατάσταση που τους έφτιαξε, αλλά εμείς δεν πρέπει να κόβουμε ένα κομμάτι του εαυτού μας. Κρατάμε τα πρόσωπα και τις πράξεις, σαν αυτές του Παναγούλη, του Κοροβέση και άλλων, όχι για να τις καταναλώνουμε εν κενώ σώματος και ψυχής ευτελίζοντάς τις, αλλά για να προχωρήσουμε πέρα από τη μίμηση, σε μια νέα σύνθεση που θα βρούμε.

Μοιάζει σήμερα να επιβεβαιώνεται η περίφημη ρήση ότι «δεν υπάρχει εναλλακτική». Το πιο τραγικό είναι όταν αυτό επαναλαμβάνεται από την πλευρά εκείνη που βασίστηκε ακριβώς στην αμφισβήτηση αυτού του δόγματος. Τελικά, η Ελλάδα μπορεί να υπάρξει έξω από το καθεστώς της «αποικίας χρέους» που της έχουν επιφυλάξει ευρωπαϊκή ελίτ και «αγορές»;

Μιλάτε για μια εκσυγχρονισμένη, με όλες τις έννοιες, άποψη περί αυτόματου πιλότου, μόνο που τώρα πια ο «πιλότος» αποφάσισε να μας πάει φούντο. Αρνούμαι να προτείνω συνταγές και βέβαια ξέρω ότι δεν είναι αυτό που μου ζητάτε. Αλλά λύση δεν θα υπάρξει, αν δεν διαβάσουμε σωστά και συλλογικά την ελληνική και την διεθνή συγκυρία και αν δεν σχεδιάσουμε απάντηση. «Σιγανά και ταπεινά», δηλαδή χωρίς έπαρση, αλλά με τόλμη. Συλλογικά.

Τα τελευταία γεγονότα φαίνεται να δείχνουν ότι δεν αρκεί μια κυβερνητική εναλλαγή, ένα κόμμα, ένα ποσοστό για να βγούμε από την σημερινή καθολική κρίση. Ποιες θα ήταν οι προϋποθέσεις και οι απαιτήσεις μιας πιο σύνθετης πολιτικής για αυτή τη διέξοδο;

Να καταλάβουμε ότι τα μνημόνια δεν είναι και δεν ήταν μόνον οικονομικά ή έστω και πολιτικά. Το πολιτισμικό μνημόνιο προηγήθηκε κατά πολύ και ήταν προϋπόθεση για να επιβιώνει μέχρι σήμερα το οικονομικό. Εννοείται ότι στον όρο πολιτισμός περιλαμβάνω την επικοινωνία, τα «Μέσα» με τη διαπλοκή τους καθώς και την εκπαίδευση, αλλά και την ιστορική, την συλλογική και την προσωπική μνήμη. Από αντίθεση στην ψευδεπίγραφη ρητορική της χούντας, αλλά και υπό την επίδραση του νεοφιλευθερισμού οικοδομήθηκε στη χώρα μας μια ολόκληρη ιδεολογία και βιοθεωρία που εξαγίαζε την εξάρτηση από τη Δύση, μεταμφιέζοντας την υποτέλεια σε ευρωπαϊσμό: Το καλύτερο για να παραδοθούμε αμαχητί σε κάθε θεωρία περί αυτόματου πιλότου ή προσφάτως περί εντιμότητος και συνέπειας των «εταίρων» που μας γέλασαν γιατί πιστέψαμε ότι δεν επιθυμούν τίποτε άλλο από το καλό μας κ.λπ. Η πρώτη επείγουσα τομή είναι η πολιτισμική. Για να έχεις διάλογο με τον άλλο, πρέπει να υπάρχεις.

Βλέπετε στο βάθος την πρόθεση να χτυπηθεί βαθύτερα η υπόσταση της χώρας ή και να μετατραπεί σε χώρο και πεδίο παρέμβασης γεωπολιτικών μεγαπαικτών; Ή μήπως αυτό αποτελεί συνωμοσιολογία;

Αυτοί που αποκλείουν πάση θυσία τις συνωμοσίες, που μπορεί να υπάρχουν είτε να μην υπάρχουν, είναι κυρίως επαγγελματίες συνωμότες, και συνειδητοί είτε αφελείς υποστηρικτές τους. Ή εν πάση περιπτώσει δεν έχουν διαβάσει καλά αστυνομικά. Χρειάστηκε να έρθει ο Κλίντον και να ζητήσει συγγνώμη για την Χούντα για να παραδεχτούν -ίσως- κάποιοι ότι ήταν αμερικανοκίνητη. Χρειάστηκε να έρθει ο εγγράμματος Πάπας Ιωάννης Παύλος στην Ελλάδα και να ζητήσει συγγνώμη για την άλωση της Πόλης το 1204, για να καταλάβουμε ότι αυτή οφείλονταν σε συνωμοσία της τότε ΕΦΕ (Ευρωπαϊκής Φεουδαρχικής Ένωσης) και ότι οι Σταυροφόροι δεν είχαν «χάσει» τον δρόμο τους. Ναι, η Ελλάδα δυστυχώς βρίσκεται στο μάτι του κυκλώνα των γεωπολιτικών συγκρούσεων. Ουκρανία, Κύπρος, Κουρδικό, Ιράκ, Συρία μας πείθουν ότι ο κόσμος των ισχυρών ελαύνεται από συμφέροντα και όχι από ιδανικά. Ας συλλάβουμε, όμως, επίσης ότι η νεοφιλελεύθερη θηριωδία γέννησε και γεννά ένα νέο παγκόσμιο προλεταριάτο, τα θύματά της, που είναι ο στρατηγικός σύμμαχός μας. Και με συνείδηση και των δύο αυτών αντίθετων γεγονότων, ας αντιδράσουμε με λογισμό και όνειρο.