Τρίτη 22 Σεπτεμβρίου 2015

Dead End: Ταξίδι στην ήττα, των φίλων του Σίσυφου (αναδημοσίευση)

από το Περιοδικό

Στην παράδοση της αριστεράς η λέξη ήττα συναγωνίζεται διαρκώς με τη λέξη προδοσία. Σχεδόν κάθε ήττα πρέπει να είναι το αποτέλεσμα μιας μικρότερης ή μεγαλύτερης προδοσίας. Το να φορτώνεται η ήττα σε προδοσία λειτουργεί ως ένας μεγάλος μηχανισμός αποσιώπησης των πραγματικών αδιεξόδων. Επιτρέπει σε θεωρητικά σχήματα και δοξασίες να επιβιώνουν αφού σε τελευταία ανάλυση «δεν ηττήθηκαν, αλλά προδόθηκαν». Έτσι μετά από κάθε ήττα/προδοσία αυτό που χρειάζεται είναι η επιστροφή στην καθαρότητα μιας συλλογικότητας χωρίς προδότες και στην πολιτική και θεωρητική συνέπεια που μπορεί να ολοκληρώσει νικηφόρα τον αγώνα.

Αρκεί μια γρήγορη ματιά στον τρόπο με τον οποίο το κομμουνιστικό κίνημα χειρίστηκε ζητήματα όπως η μετασταλινική περίοδος, ή η ανατροπή στις χώρες του ανατολικού μπλοκ για να δει κάποιος τη σκουριά της ανάλυσης και τη θεωρητική τύφλωση. Προφανώς και η ελληνική αριστερά δεν έχει ξεστρατίσει από τον παραπάνω κανόνα. Αδιαμφισβήτητος μάρτυρας η τύχη της πλειοψηφίας όσων διετέλεσαν κάποια στιγμή γενικοί γραμματείς του ΚΚΕ.

Αντιθέτως, η παραδοχή μιας ήττας μπορεί να φέρει πραγματικά λυτρωτικά αποτελέσματα. Μπορεί να απελευθερώσει νέες δυναμικές και να οδηγήσει τον προβληματισμό και την αναζήτηση σε αχαρτογράφητα πεδία.

Μπροστά σε ένα τέτοιο σταυροδρόμι βρισκόμαστε και σήμερα. Το ζήτημα δεν βρίσκεται απλά στην κρίση σχετικά με μια κυβέρνηση. Ζητούμενο είναι ο αναστοχασμός μιας περιόδου που ξεκινάει τουλάχιστον από τον Δεκέμβρη του 2008. Μέσα σε αυτό το χρονικό πλαίσιο οφείλουμε να μελετήσουμε τις αναλύσεις μας, τα εργαλεία κατανόησης της πραγματικότητας που χειριστήκαμε, καθώς και την πολιτική πρακτική που επιλέξαμε τόσο σε επίπεδο παρέμβασης όσο και ανάλυσης.

Η εύκολη επιλογή για άλλη μια φορά είναι αυτή της προδοσίας. Μία αφήγηση η οποία προφανώς όπως και κάθε αφήγηση θα περιέχει μια σειρά από πραγματικά δεδομένα, συναρθρώνεται σε ένα σχήμα προδοσίας των αγώνων από τον ΣΥΡΙΖΑ ή από κάποιους μέσα στον ΣΥΡΙΖΑ (μικρή σημασία έχει). Έτσι αυτό που μας μένει να κάνουμε είναι να φτιάξουμε έναν «πιο συνεπή ΣΥΡΙΖΑ», χωρίς προδότες και με πιο αγωνιστικό πλαίσιο ή έναν «πιο συνεπή αντί-ΣΥΡΙΖΑ». Ανεξαρτήτως επιλογής η μεθοδολογία παραμένει ακριβώς η ίδια.

Αποφεύγοντας όμως να μιλήσουμε για ήττα, στην πραγματικότητα κρύβουμε το ίδιο το πρόβλημα και άρα και τους όρους για την υπέρβασή του. Είναι πραγματικά ενοχλητικό να παραδεχτείς ότι το αποτέλεσμα της κυβέρνησης του ΣΥΡΙΖΑ δείχνει συνολικά τα όρια ενός συγκεκριμένου τρόπου παρέμβασης και οργάνωσης του κινήματος και της αριστεράς. Είναι ενοχλητικό γιατί μια τέτοια παραδοχή σε μετατρέπει κομμάτι της αποτυχίας, άρα κομμάτι του προβλήματος.

Δεν υπάρχει κανένα νόημα στην επανάληψη μιας μεθοδολογίας που έδειξε τα όρια της, ακόμα και αν αυτή η επανάληψη γίνει στα πλαίσια μιας πιο συνεπoύς-καθαρής-αγωνιστικής λύσης. Το ίδιο αδιέξοδη με τη στροφή στον ρεαλισμό της ανθρώπινης διαχείρισης του καθεστώτος. Δεν υπάρχει νόημα στην αναπαραγωγή της ίδιας μορφής κοινωνικής εκπροσώπησης και διαμεσολάβησης, αναπαραγωγής των ίδιων μορφών παρέμβασης. Στο βαθμό μάλιστα που δεν αναπτύσσεται μια διαδικασία αναστοχασμού, αυτοκριτικής και ανίχνευσης νέων δρόμων, τότε θα παγιδευόμαστε μεταξύ οργανωτικού ακτιβισμού και «μεταπολιτικής.

Προφανώς τα παραπάνω αποτελούν μικροπράγματα μπροστά σε μια γενικευμένη κουλτούρα «εμείς τα λέγαμε». Μπροστά σε όλους αυτούς που απλά περιμένουν τη σειρά τους στα πλαίσια του σχήματος «μετά τον ΣΥΡΙΖΑ ερχόμαστε εμείς». Μέσα σε αυτή την ανάλυση ο ΣΥΡΙΖΑ συγκροτεί ένα «συλλογικό Κερένσκι», τον οποίο, όπως πάντα γίνεται, δεν μπορεί παρά να τον διαδεχτούν ο Λένιν και οι μπολσεβίκοι. Δυστυχώς υπάρχει μια μικρή πιθανότητα αυτό το θεωρητικό σχηματάκι να μην λειτουργήσει. Να μην λειτουργήσει γιατί μεταξύ άλλων ο στρατός του «Όχι» δεν είναι κάπου περιμένοντας ένα νέο στρατηγό να σαλπίσει την επίθεση. Γιατί πιθανότατα το «Όχι» θα συναντηθεί με τον Δεκέμβρη του ’08 σαν δύο ερωτήματα και όχι σαν απαντήσεις. Σαν δύο ερωτήματα που θα δείχνουν δυνατότητες αλλά την ίδια στιγμή θα δείχνουν και αδιέξοδα.

Η αποτυχία οργάνωσης και κινητοποίησης της κοινωνίας τους τελευταίους μήνες, περιλαμβάνει καθολικά κάθε έκφανση και απόχρωση του κινήματος και του χώρου. Είναι φανερή η ευκολία με την οποία η δημιουργικότητα και η διαθεσιμότητα του κόσμου συγκρούεται με την αρτηριοσκλήρωση και την σκουριά των οργανωτικών μας επιλογών. Έτσι διεξάγουμε μια ακαδημαϊκή συζήτηση για το ποια εντολή έδωσε το «Όχι» στο δημοψήφισμα, αντί να έχουμε πειραματισμούς πρακτικής και οργάνωσης που θα αναπτύσσονται από την δυναμική που απελευθερώθηκε.

Το δύσκολο ερώτημα δεν είναι τι θα κάνουμε μπροστά σε μια γενικευμένη συνθήκη κοινωνικής έκρηξης. Το δύσκολο ερώτημα είναι πώς δεν θα επιτρέψουμε να μετατραπεί μία ήπια διαχείριση σε «καλό σενάριο». Να μετατραπεί σε κανονικότητα, κυνισμό και παραίτηση. Το πραγματικό ζόρι είναι για όσους δεν μπορούν να χωρέσουν στον ρεαλισμό της ανθρώπινης διαχείρισης και παράλληλα κατανοούν ότι δεν υπάρχει τίποτα στο οποίο μπορούν να επιστρέψουν για να αρχίσουν από την αρχή, σαν να μην υπήρξαν τα πέντε τελευταία χρόνια.

Και τώρα τι; Πρώτα από όλα να βάλουμε ερωτήματα. Να βάλουμε ερωτήματα που είχαμε μάθει να κρύβουμε. Να βάλουμε ερωτήματα ενοχλητικά για τα θεωρητικά μας εργαλεία και για την πρακτική μας. Να αντιμετωπίσουμε το αδιέξοδο για να μπορέσουμε να δημιουργήσουμε νέες ρωγμές. Γιατί το μόνο σίγουρο είναι ότι η ιστορία δεν τελειώνει και ρωγμές θα ανοίξουν.

Κυριακή 20 Σεπτεμβρίου 2015

Ο φράχτης της Ελευθερίας (αναδημοσίευση)



Την επόμενη ημέρα θα σε δω σκυφτό στην πόρτα με το χαρτί της κατάσχεσης στο χέρι. Θα σε δω στα εξωτερικά ιατρεία των δημοσίων νοσοκομείων να παρακαλάς να εισαχθείς και θα παίρνεις ως απάντηση “δεν έχεις ασφαλιστική κάλυψη”. Θα σε δω στα σκαλιά της εφορίας να κρατάς τους φακέλους που δικαιολογούν το “δεν έχω” αλλά δεν θα δικαιολογούν πώς έχεις το δικαίωμα να αναπνέεις αφορολόγητα....

Θα σε δω στην αναμονή της εισόδου των δικαστικών αιθουσών να περιμένεις να απολογηθείς με δικηγόρους τραπεζών απέναντί σου γιατί είχες το όνειρο κάποτε να στεγάσεις την ζωή σου είτε σε σπίτι, είτε σε μια δουλειά κάνοντας τα χέρια σου χρήσιμα. Θα δω να σου κόβουν τα χέρια και την γλώσσα στο εδώλιο του δικαστηρίου καταντώντας σε άχρηστο και ακίνδυνο.

Θα σε δω στους δρόμους να παραπατάς και να μην λες “καλημέρα” σε κανέναν. Θα σε δω να ψάχνεις τον εχθρό στον διπλανό σου και θα δω τον διπλανό σου να σε προσπερνά ως αόρατο. Ακόμα αυτός έχει να εισπράττει από το καθήκον του υπέρ Προδοσίας.

Ξέρω τι θα δω γιατί το έχω ξαναδεί, γιατί με έχω δει έτσι όπως θα δω εσένα. Ξένο ανάμεσα στους συμπατριώτες σου να ψάχνεις το γιατί σε πρόδωσαν πάλι τα “ψεύτικα τα λόγια τα μεγάλα” που ξεστομίστηκαν με άνεση και άνευ αιδούς πάνω σε προεκλογικές εξέδρες από ανθρωπάρια του κερατά. Θα βρίζεις τον εαυτό σου που πάλι πιάστηκες στα δίχτυα των λόγων και όχι των πράξεων. Που άκουγες αλλά δεν έβλεπες τι έκρυβε το βλέμμα τους όταν ξεστόμιζαν "πατρίδα", "Ελλάδα", "ελπίδα", "αξιοπρέπεια" και "ΟΧΙ".

Την επόμενη ημέρα θα ανοίξεις το παράθυρο και δεν θα σε συγκινεί πια ο ελληνικός ήλιος. Θα κλείνεις τα παντζούρια μη και σταματήσει η φασαρία των “Γιατί” που ουρλιάζουν μέσα στο κεφάλι σου. 
Στα μαγνητάκια στην πόρτα του ψυγείου δεν θα κολλάς πια το “Να μην ξεχάσω να ζήσω” αλλά το “Δεν πάει άλλο”. Θα φθάσεις στο σημείο να συρρικνωθείς τόσο ψυχολογικά που θα νομίζεις ότι το μυρμήγκι που τρύπωσε στο κουτί με την λιγοστή σου ζάχαρη μπορεί να σε καταπιεί.
Θα δω το περήφανο παράστημά σου να γίνεται φιγούρα με τους ώμους σκυφτούς. 
Θα σε δω να σταματάς στην πλατεία της πόλης σου και να κοιτάς την ελληνική σημαία που κρέμεται στα κατοχικά κτήρια δημοσίων υπηρεσιών και θα αναρωτιέσαι ποιας χώρας σημαία είναι τούτη. Της δικής σου ή των προδοτών; Θα νιώσεις ότι σου πήραν την σημαία από τα χέρια ύπουλα και μεθοδικά χωρίς να έχουν τον ανδρισμό να σε απειλήσουν.

Την επόμενη ημέρα που τα έδρανα της Βουλής θα έχουν τακτοποιήσει τους κατοχικούς υπαλλήλους τους να ξεκινήσουν το νέο θέατρο της κυβέρνησης και αντιπολίτευσης μέσα στο παλάτι του Συντάγματος, εσύ θα στέκεις μπροστά από το δέντρο του Χριστούλα ψάχνοντας να βρεις μία ξεραμένη στάλα αίματος να σου θυμίζει ότι το Σύνταγμα υπερασπίζεται ελεύθερους ανθρώπους και όχι σκλάβους.

Την επόμενη ημέρα δεν θα με ξέρεις, ούτε θα σε ξέρω. Σίγουρα όμως θα ξέρουμε και οι δυο ότι ο φράχτης που χώριζε τα χωράφια μας πριν την επόμενη ημέρα μπήκε ανάμεσα σε εμάς και σε αυτούς. 
Η μοναξιά στην Ελλάδα ήταν πάντα ζυγού αριθμού, προδομένε συνάνθρωπε. 
Την επόμενη ημέρα μετά την τέλεση του δημοκρατικού σου καθήκοντος θα σταθείς στο πλάι αυτού που είδε νωρίτερα αυτά που θα δεις εσύ την επόμενη ημέρα. 

Το καθήκον σου δεν ορίζεται από την ψήφο, αλλά από την ανάγκη σου για ελευθερία. Εκεί θα μπει το σύνορο του φράχτη και εκεί θα δεις ότι Ελλάδα είμαι εγώ, είσαι Εσύ, είναι ο κάθε αντιρρησίας μισθωμένης συνείδησης. 

Παρασκευή 18 Σεπτεμβρίου 2015

Δεν υπάρχουν αθώοι …αλλά δεν είναι όλοι εξίσου ένοχοι (αναδημοσίευση)


της Τόνιας Κατερίνη
από
REDNotebook 

Λίγες μόνο μέρες έχουν μείνει ως την Κυριακή των εκλογών και δεκάδες κείμενα από ανθρώπους που εμπλέκονται περισσότερο ή λιγότερο στο ιστορικό εγχείρημα μιας για πρώτη φορά «αριστερής» κυβέρνησης, επιστρατεύονται για να υπερασπίσουν και να στοιχειοθετήσουν, στις πιο φιλόδοξες εκδοχές, την υπόθεση της συνέχειας της προσπάθειας για μια κοινωνική αλλαγή.

Δεν θα μιλήσω για όσα γράφονται με ορίζοντα μια ευτελή αντιπαράθεση στο πλαίσιο αφορισμών ή συνθημάτων τύπου «ψηφίζουμε πρωθυπουργό», «δεν ρίχνουμε την πρώτη αριστερή κυβέρνηση», «όσοι κάνουν κριτική και αποχωρούν είναι προδότες» και άλλα τέτοια ευτράπελα που δίνουν τροφή σε μια φτηνή αντιπαράθεση στα social media.

Δεν θα μιλήσω για όσους, αφελώς ή ηθελημένα, βλέπουν ως ορίζοντα της πολιτικής την «άμβλυνση» των επιπτώσεων της εφαρμογής του μνημονίου, ως την ημέρα όπου, αφού θα έχουμε υλοποιήσει, υποταγμένοι, τα κελεύσματα ενός σχεδίου που δεν είναι δικό μας, θα αρχίσει να έρχεται, δωράκι στους πειθαρχημένους, μια μικρή δόση ανάκαμψης.

Δεν θα μιλήσω καν γι αυτούς που, είτε από άγνοια είτε από έπαρση, είτε πλήρως σχεδιασμένα, μας διαβεβαίωσαν και συνεχίζουν να μας διαβεβαιώνουν μέσα στη στιγμή της πιο άγριας και οδυνηρής συνθηκολόγησης, πως υπάρχει ένα άλλο σχέδιο και αυτό το σχέδιο είναι δυνατόν να εφαρμοστεί.

Θα μιλήσω γι’ αυτούς, για όλες και όλους εμάς, που ξέρουμε ότι κάναμε λάθη και ότι χρειαζόμαστε πολλή δουλειά μέσα στην κοινωνία, μαζί με κάθε ενεργή συλλογικότητα, για να σχεδιάσουμε και να υλοποιήσουμε ένα εναλλακτικό σχέδιο. Γι’ αυτούς που είναι έτοιμοι να μιλήσουν γι’ αυτά τα λάθη αλλά και να βάλουν, έμπρακτα, φραγμούς σε καταστροφικές διαδρομές. Όμως μια τέτοια προσέγγιση έχει τρεις βασικές προϋποθέσεις:

-Να είναι ξεκάθαρο ότι ένα ριζοσπαστικό κοινωνικό σχέδιο δεν έχει συμμετρικά οφέλη για όλους. Περνά μέσα από συγκρούσεις και οφείλουμε να είμαστε σαφείς με ποιες δυνάμεις και για ποια κοινωνικά συμφέροντα αγωνιζόμαστε.
-Ένα ριζοσπαστικό κοινωνικό σχέδιο προϋποθέτει δημοκρατικές λειτουργίες, δομικά συνδεδεμένες με το ίδιο το σχέδιο, και δεν μπορεί να υλοποιηθεί παρά με προϋπόθεση την ουσιαστική συμμετοχή όσων στρατεύονται σ’ αυτό και τη μεταβίβαση ισχύος αποφάσεων και ελέγχου στις κοινωνικές συλλογικότητες.
-Ένα ριζοσπαστικό κοινωνικό σχέδιο δεν αναβάλλεται. Χτίζεται εδώ και τώρα απαντώντας στις προκλήσεις της ιστορικής στιγμής και στα πραγματικά δεδομένα.

Όσοι λοιπόν επιχειρηματολογούν γι’ αυτό το εναλλακτικό σχέδιο και βλέπουν την υλοποίηση του να περνάει μέσα από το σημερινό ΣΥΡΙΖΑ, παρακάμπτουν όλες τις παραπάνω απαιτήσεις, κάνοντας παραδοχές καλών προθέσεων. Κι ακόμα κι αν θελήσουμε να είμαστε επιεικείς στο πολιτικό άλμα μιας τέτοιας παραδοχής, θα πρέπει να επισημάνουμε ότι οι καλύτερες θεωρίες κατέρρευσαν γιατί βασίστηκαν σε μια λάθος υπόθεση. Στην επιστήμη κάτι τέτοιο διορθώνεται. Στον κοινωνικό και πολιτικό στίβο μπορεί να συνοδεύεται από χιλιάδες θύματα.

Το δικαίωμα να μιλάμε σήμερα για ένα εναλλακτικό σχέδιο περνάει μέσα από την έμπρακτη καταδίκη όσων ολιγώρησαν, είπαν ψέματα, χλεύασαν τις δημοκρατικές διαδικασίες και συνεχίζουν να το κάνουν. Αυτή η καταδίκη δεν είναι τεκμήριο αθωότητας για τους υπόλοιπους. Είναι ένα πρώτο βήμα για να μπορούμε να μιλήσουμε αξιόπιστα για όλα, τα επείγοντα και τα μελλοντικά.

Τετάρτη 16 Σεπτεμβρίου 2015

H βαρβαρότητα και τα ψέμματα συνεχίζονται


ΔΕΛΤΙΟ ΤΥΠΟΥ

H βαρβαρότητα και τα ψέμματα συνεχίζονται...

Ποιά θετική αλλαγή μπορεί να περιμένει ο Ελληνικός λαός για την δημόσια υγεία μετά από αυτές τις εκλογές; Η πορεία που θα ακολουθήσουμε διαγράφεται από το 3ο μνημόνιο που υπέγραψε η προηγούμενη κυβέρνηση και το οποίο θα υλοποιήσει η νέα, όποια και να είναι αυτή. 
Από το 3ο αυτό μνημόνιο προκύπτει ότι ο προϋπολογισμός για το σύστημα πρόνοιας της χώρας μας θα μειωθεί περαιτέρω του 50% που είχε ήδη μειωθεί από το 2009 μέχρι και το 2014, κατά 933 εκατομμύρια ευρώ (το 0.5% του ΑΕΠ του 2014), κάθε χρόνο μέχρι το 2017. Επομένως το μόνο που καταλαβαίνει κάποιος, αν και καλοπροαίρετος, είναι ότι όποιες συζητήσεις γίνονται περί ανατροπής των «άθλιων μνημονιακών πολιτικών στην υγεία» από αυτούς που υπέγραψαν τα μνημόνια είναι το λιγότερο παραπλανητικές. 

Τι προκύπτει όμως εξετάζοντας τρεις από τους κυριότερους τομείς της υγείας και στην ουσία αυτά «καίνε» όλες τις προηγούμενες κυβερνήσεις αλλά και όλες τις υποσχέσεις που δίνονται σήμερα προεκλογικά: 

1) Ανασφάλιστοι 
Η προηγούμενη κυβέρνηση έδειξε αρχικά την βούληση να αντιμετωπίσει το θέμα των ανασφάλιστων πολιτών, κάλεσε σε συνεργασία τα κοινωνικά ιατρεία και φαρμακεία της Αττικής και σχεδιάστηκε μια υπουργική απόφαση που θα έδινε μερική πρόσβαση σε μερίδα ανασφάλιστων συμπολιτών μας. Υπογράφτηκε από την ηγεσία του Υπουργείου Υγείας- έστω και κουτσουρεμένη- αλλά μπλόκαρε στο Υπουργείο Οικονομικών και από τότε σκονίζεται σε κάποιο συρτάρι του. Το κόστος υλοποίησης της ανερχόταν στα 400-500 εκατομμύρια ευρώ τον χρόνο. Προφανώς υπήρξε άρνηση από τους «ρυθμιστές μας» και δεν προχώρησε; Κατ” επέκταση ούτε και τώρα θα προχωρήσει. 

2) Πρωτοβάθμια Φροντίδα Υγείας 
Η προηγούμενη κυβέρνηση μέσα σε 7 μήνες σχημάτισε δύο διαφορετικές επιτροπές, με εντελώς διαφορετικούς προσανατολισμούς, χωρίς την συμμετοχή μάχιμων γιατρών ή οργανώσεων ασθενών. Επτά μήνες δεν έγιναν απλά πράγματα, για τα οποία δεν χρειαζόταν να δαπανηθεί ούτε ένα ευρώ! Όπως η αξιοποίηση του εξοπλισμού που διαθέτουν στα υπόγεια μονάδες του πρώην ΙΚΑ , που θα μπορούσαν να εξοικονομήσουν σεβαστούς πόρους εάν οι γιατροί του ΠΕΔΥ τα χρησιμοποιούσαν, όπως π.χ. στο ΚΥ Καλυβίων υπάρχει υπέρηχος καρδιάς ενώ δεν υπάρχει καρδιολόγος και την ίδια στιγμή η πλειοψηφία των καρδιολόγων στα ΠΕΔΥ δεν έχουν υπέρηχο. Μια απλή αξιοποίηsη με μεταφορά ενός μηχανήματος πόσο δύσκολο είναι και πόσα άλλα μηχανήματα σαπίζουν άραγε; Και πολλά άλλα, απλά αλλά ουσιαστικά και ανέξοδα τα οποία δεν έγιναν. Ποιός μας εγγυάται ότι τώρα θα γίνουν; 

3) Χρηματοδότηση του ΕΣΥ 

Δεν διατίθενται 400-500 εκατομμύρια ευρώ για να βοηθηθούν κάποιοι, όχι όλοι, από τα 3 εκατομμύρια των ανασφάλιστων συμπολιτών μας. Αυτοί όμως που θα μας κυβερνήσουν σε λίγες μέρες υπόσχονται ότι θα βρουν χρήματα για την σωστή λειτουργία του Εθνικού Συστήματος Υγείας. Από πού, όταν έχουν υποσχεθεί – υπογράφοντας το 3ο μνημόνιο – ότι θα μειώσουν τις δαπάνες για την πρόνοια κατά 0.5% επί του ΑΕΠ (933 εκατομμύρια ευρώ) κάθε χρόνο για επόμενα τρία χρόνια! Πώς να το πιστέψεις όταν δεν γίνεται γνωστός ούτε τώρα ο τρόπος για να γίνει αυτό; 

Παράλληλα ούτε οι προηγούμενοι κυβερνόντες δεν προχώρησαν στην κατάργηση της ιδιωτικής εταιρείας ΕΣΑΝ, η οποία θα διαχειρίζεται όλον τον προϋπολογισμό της δευτεροβάθμιας υγείας. Δηλαδή θα διαχειρίζεται όλα τα χρήματα του ΕΣΥ προς δημόσια και ιδιωτικά νοσοκομεία, ενώ την ίδια ώρα θα αξιολογεί και τις δημόσιες δομές. Μια ιδιωτική εταιρεία δηλαδή θα ελέγχει όλο το δευτεροβάθμια σύστημα υγείας της χώρας μας! 

Η προηγούμενη κυβέρνηση, όπως και όλες οι κυβερνήσεις από το 2009 και μετά, προτίμησαν τον εύκολο δρόμο της μείωσης των χρηματοδοτήσεων του ΕΣΥ, χωρίς καμία μελέτη και ορθολογισμό για τις επιπτώσεις στην δημόσια υγεία όλων μας. Ενδεικτικά και μόνο αναφέρουμε την αύξηση των ανεμβολίαστων παιδιών (οι γιατροί του κόσμου μιλάνε για 250,000 παιδιά), την εδώ και 3 χρόνια αναστολή κάλυψης των εξόδων για προγεννητικούς ελέγχους εγκύων γυναικών, το κλείσιμο αντικαρκινικών κλινικών τα απογεύματα λόγω έλλειψης πόρων (με αποτέλεσμα την ακύρωση ραντεβού για τα οποία οι καρκινοπαθείς περιμένουν μήνες, χωρίς να του δίνεται η οποιαδήποτε εναλλακτική!) , την μη αγορά φαρμάκων από δημόσια νοσοκομεία λόγω έλλειψης πόρων με αποτέλεσμα οι άποροι να μην μπορούν τα καλύψουν τις ανάγκες τους … έχουμε δεχτεί ακόμα και καταγγελία ότι δημόσια κλινική στην περιοχή της Αθήνας αδυνατεί ακόμα και να σιτίσει τους ασθενείς της! 

Κάποιοι αρκούνται στην κατάργηση του 5ευρου στα νοσοκομεία και λένε ψέματα στους πολίτες ότι έχουν καλύψει τα 3 εκατομμύρια ανασφάλιστων συμπολιτών μας. Μας λένε ότι δεν υπάρχουν χρήματα για να «τα κάνουν όλα», την ίδια ώρα που το πάρτι με την χρηματοδότηση των τραπεζών συνεχίζεται με δις ευρώ. 

Για να αντιληφθούμε πόσο κρίσιμα είναι τα πράγματα, μόλις πριν από λίγες μέρες η υπηρεσιακή κυβέρνηση ζήτησε «...να εγκριθεί η αύξηση του ορίου αγορών των νοσοκομείων και του Πρωτοβάθμιου Εθνικού Δικτύου Υγείας (ΠΕΔΥ) με στόχο τη διασφάλιση της ομαλής λειτουργίας τους» με ποσό 150 εκατομμύριών ευρώ μέχρι το τέλος του έτους και πιο συγκεκριμένα «… να εγκριθεί η αύξηση του ορίου αγορών των νοσοκομείων και του Πρωτοβάθμιου Εθνικού Δικτύου Υγείας (ΠΕΔΥ) με στόχο τη διασφάλιση της ομαλής λειτουργίας τους«. Πως λοιπόν η επόμενη κυβέρνηση θα μειώσει περαιτέρω κατά 933 εκατομμύρια ευρώ τον προϋπολογισμό? 

Εάν προχωρήσουν τα σχέδια του 3ου μνημονίου για την δημόσια υγεία, τότε με σιγουριά μπορούμε να προβλέψουμε ότι το αμέσως επόμενο διάστημα το Εθνικό Σύστημα Υγείας της Ελλάδας θα καταρρεύσει και αυτό θα έχει ανεπανόρθωτες συνέπειες στην δημόσια υγεία του Ελληνικού λαού. Τονίζουμε για πολλοστή φορά ότι η υγεία του λαού δεν μπορεί να είναι προς διαπραγμάτευση. Όλα αυτά τα στοιχεία που καταγράφονται κάποτε θα στραφούν εναντίων όλων όσων συμβάλλουν στα παραπάνω. Θα έρθει η στιγμή που αυτοί οι κύριοι και κυρίες θα λογοδοτήσουν στην δικαιοσύνη (εντός ή εκτός Ελλάδας). 

ΜΗΤΡΟΠΟΛΙΤΙΚΟ ΚΟΙΝΩΝΙΚΟ ΙΑΤΡΕΙΟ ΕΛΛΗΝΙΚΟΥ

Τρίτη 15 Σεπτεμβρίου 2015

Τώρα όλες μου οι γητειές ξοδεύτηκαν..(Αναδημοσίευση)

από την Πέπη Ρηγοπούλου 
στην Εφημερίδα των Συντακτών
Τετάρτη 26 Αυγούστου 2015
Τώρα όλες μου οι γητειές ξοδεύτηκαν, 
Και ό,τι δύναμη μου μένει είναι δική μου, 
Δύναμη αδύναμη πολύ (Σαίξπηρ, Τρικυμία)

Αυτό που κάνει ο Πρόσπερο, όταν στο τέλος της σαιξπηρικής «Τρικυμίας» σπάει το μαγικό του ραβδί και παραιτείται από τις υπερφυσικές δυνάμεις του, που γέμιζαν το ουτοπικό νησί του με ψευδαισθήσεις και οράματα, το κάνει πολύ συχνά, όπως και σήμερα, η ίδια η πραγματική ζωή. Σκίζει το πέπλο της Μάγια, ξεγυμνώνει το θέαμα της αυταπάτης που μας έκανε να ελπίζουμε αβασάνιστα. Όταν όμως σπάνε τα μάγια, όταν το ραβδί του Πρόσπερο, του κάθε Πρόσπερο, δεν υπάρχει πια, τι κάνουμε; Τι κάνουμε για να σώσουμε ό,τι μπορούμε; Να μαζέψουμε ίσως σε μια κιβωτό, σε ένα κιβώτιο του ναυαγού, όλα αυτά που είμαστε, τα υψηλά και τα χαμηλά, τα πάθη και τη μιζέρια μας, τα σπαράγματα της μνήμης μας από εποχές, όταν μια χώρα που την έλεγαν Ελλάδα ήλπιζε και προσδοκούσε; Το πρώτο ίσως είναι να αντισταθούμε στην αλληλοφαγία που γεννούν τα αισθήματα του ευνουχισμού, της ενοχής, της ήττας.


Μετά τις διαδοχικές ήττες των τελευταίων ετών, με επισφράγισμα την τελευταία που ζήσαμε μετά το δημοψήφισμα της 5ης Ιουλίου, η υποτέλεια της χώρας μας μοιάζει εδραιωμένη. Το αίσθημα αυτό της υποτέλειας έχει ξυπνήσει και πάλι τον αλληλοσπαραγμό και τον διχασμό. 

Γιατί βεβαίως όποιος έχει σκύψει το κεφάλι του στους επικυρίαρχους, δεν μπορεί να είναι ελεύθερος. Και μόνο μέσα στην ελευθερία, ή τουλάχιστον στην προσπάθεια να ανακτηθεί η ελευθερία αυτή, μπορεί να αναπτυχθούν η αξιοπρέπεια και η αλληλεγγύη. Στην αντίθετη περίπτωση, όπου όλη η επιθετικότητα μιας κοινωνίας στρέφεται προς τα μέσα, προς τον ίδιο της τον εαυτό, αυτό που ισχύει είναι η κατάχρηση εξουσίας, από την πιο μικρή μέχρι την πιο μεγάλη.

Το βλέπουμε σε κάθε βήμα. Το είδαμε όταν κάποιος άπορος διώχτηκε από το συσσίτιο των απόρων διότι αρνήθηκε να δώσει τα προσωπικά του δεδομένα. Είναι όμως δυνατόν για να φάει κάποιος μια μπουκιά ψωμί έστω και σε αξιοπρεπές περιβάλλον να πρέπει να δώσει βορά στις στατιστικές την ιστορία της ζωής του; Και είναι δυνατόν ένας υπουργός να παύει τη διοίκηση νοσοκομείου, επειδή την ώρα που εκείνος έκανε έφοδο έλειπε με ολιγοήμερη άδεια, που τη δικαιούνταν απολύτως; Και μάλιστα να παίρνει τα συγχαρητήρια για την αποφασιστικότητά του από τους πολιτικούς προϊσταμένους του;

Αν δεν πιστέψουμε σ’ αυτό που είμαστε και σ’ αυτό που είναι οι διπλανοί μας, η καχυποψία και οι τιμωρητικές πολιτικές θα εξοντώσουν περαιτέρω τον ήδη πάσχοντα κοινωνικό ιστό. Που έχει διαρραγεί κάτω από το βάρος μιας ενοχής που μας έχουν φορέσει οι όντως ένοχοι.

Αυτοί που έχουν κρυφτεί σήμερα έχοντας κάνει το κουμάντο τους, κουμάντο που τώρα βρίσκεται στα χέρια της επίσημης ή της ανεπίσημης μαφίας κάποιων τραπεζών που συνεπικουρούνται από τους κάθε λογής διακινητές. Όχι μόνον αυτούς των ναρκωτικών, των όπλων, των δούλων και της πορνείας, που βρίσκονται ίσως πιο κοντά μας απ’ ό,τι νομίζουμε, αλλά πρώτα από όλους τους διακινητές της παραπλάνησης και της αυταπάτης, του ευνουχισμού και της ενοχής, της παραίτησης από κάθε ελπίδα, στο όνομα ενός ύποπτου ρεαλισμού.

Θα υπάρξει άραγε ποτέ κάποιος θεσμός πάταξης της διαφθοράς, που να κινητοποιηθεί εναντίον τέτοιων διαφθορέων;

Η ωραιότερη λέξη της ελληνικής γλώσσας (αναδημοσίευση)


περίληψη:
Αισιοδοξία, ελευθερία, μοναξιά, νειάτα, ιμερτή, θάλασσα, αρμονία, καλημέρα, όνειρο, πίστη και ζωή είναι λέξεις με τις οποίες πορευόταν η Ελλάδα πριν από ογδόντα χρόνια. Ατένιζε την έξοδο από την οικονομική κρίση, έπαιζε με τη ζωντανή ελληνική γλώσσα και επέτρεπε στην παγκόσμια κοινότητα να βαφτίζεται στα νάματά της.


«Ποία είναι η ωραιοτέρα λέξις της ελληνικής γλώσσης;» αναρωτιόταν ο Πέτρος Χάρης (Ιωάννης Μαρμαριάδης 1902-1998) πριν από περίπου 80 χρόνια και ξεκινούσε ένα όμορφο δημοσιογραφικό παιχνίδι, δημοσιεύοντας τις απόψεις των σπουδαιότερων λογοτεχνών, δημοσιογράφων αλλά και πολιτικών της εποχής· μιας εποχής κατά την οποία κυρίως ο κόσμος των Τεχνών και των Γραμμάτων ερωτοτροπούσε με τη γλώσσα μας, επηρεασμένος σαφώς από την εθνική πολιτική και τον αστικό εκσυγχρονισμό της σχολικής γνώσης που διαμόρφωνε τη νέα ελληνική γλώσσα.

Νομοσχέδια και γλωσσο-εκπαιδευτικές μεταρρυθμίσεις από το 1913 και εντεύθεν, καθώς και το νεοφιλελληνικό γλωσσικό κίνημα που αναπτύχθηκε στο εξωτερικό –κυρίως στη Γαλλία με αιχμή την ίδρυση του Ινστιτούτου της Σορβόνης (1920) από τον Hubert Pernot (1870-1946)– έδιναν νέες διαστάσεις στην ευρεία κατανόηση και διάδοση του ελληνικού πνεύματος τόσο στο εσωτερικό όσο και στην Ευρώπη.

Την ώρα που το παιχνίδι αυτό παιζόταν στον Τύπο της Γαλλίας, στην Ελλάδα ο Π. Χάρης, εκμεταλλευόμενος το γεγονός ότι στον τόπο μας ακόμη και η καθημερινή γλώσσα χώριζε τους ανθρώπους σε στρατόπεδα, καλούσε τους διανοούμενους να απαντήσουν. 

Έτσι, ο Κωστής Παλαμάς πάντησε ότι η ωραιότερη λέξη είναι ο «δημοτικισμός», ο Γρηγόρης Ξενόπουλος έβρισκε γοητεία στη λέξη«αισιοδοξία», ο Σπύρος Μελάς χωρίς δισταγμό έβρισκε πιο ελκυστική τη λέξη «ελευθερία» και ο στιλίστας Ζαχαρίας Παπαντωνίου εξήρε την ομορφιά της λέξης «μοναξιά». Ο ζωγράφος και καθηγητής της Σχολής Καλών Τεχνών Ουμβέρτος Αργυρός επέλεγε τη λέξη «χάρμα» διότι, όπως υποστήριζε, δεν υπάρχει σε καμία άλλη γλώσσα και στα πέντε γράμματά της κλείνει ό,τι χίλιες άλλες λέξεις μαζί.

Ο Σωτήρης Σκίπης ανέσυρε τη λέξη «απέθαντος» από τα βυζαντινά κείμενα, διαχωρίζοντάς την από τη λέξη «αθάνατος», και ο Παντελής Χορν δήλωσε παντοτινή προτίμηση στη λέξη «νειάτα». Ο αλησμόνητος Αθηναιογράφος Δημήτριος Γρ. Καμπούρογλους, παρά τα χρόνια του, προτιμούσε τη λέξη «ιμερτή», δηλαδή την αγαπητή, την ποθητή. Ο θεατράνθρωπος Νικόλαος Λάσκαρις τη «ζάχαρη», ο ιστορικός Διονύσιος Κόκκινος τη λέξη «χίμαιρα», ο ζωγράφος Παύλος Μαθιόπουλος το «φως» και ο γλύπτης Μιχαήλ Τόμπρος τη λέξη «ουσία». Ο Παύλος Νιρβάνας (Πέτρος Κ. Αποστολίδης), προφανώς επηρεασμένος από τον τόπο του (Σκόπελο), αγαπούσε τη λέξη «θάλασσα». Οι ζωγράφοι αποκάλυπταν τις ευαισθησίες τους: Ο Δημήτριος Γερανιώτης ήθελε την «αρμονία», ο Κωνσταντίνος Παρθένης την «καλημέρα» και ο Δημήτριος Μπισκίνης το «όνειρο».

Ως προς τις γυναίκες που κυριαρχούσαν στην πνευματική ζωή η λαογράφος Αγγελική Χατζημιχάλη ήθελε «πίστη»,ενώ η 25χρονη ηθοποιός Ελένη Παπαδάκη, η οποία έμελλε να δολοφονηθεί άδικα στα Δεκεμβριανά του 1944, δήλωνε πως «η λέξις που περικλείει τα περισσότερα πράγματα, τα πάντα θα έλεγα, είναι η λέξις «ΖΩΗ»»! Η ιατρός και συγγραφέας Άννα Κατσίγρα ήθελε «χαρά» και η καθηγήτρια του Ελληνικού Ωδείου Αύρα Θεοδωροπούλου αναζητούσε την «καλοσύνη». Ενδιαφέρουσες όμως ήταν και οι απαντήσεις των πολιτικών του 1933: Ο στρατιωτικός και Πρόεδρος της Γερουσίας Στυλιανός Γονατάςπροτιμούσε το «εμπρός», ο Αλέξανδρος Παπαναστασίου τη λέξη «μάννα» και ο πρόεδρος της Βουλής Θεμιστοκλής Σοφούλης τη λέξη «φιλότιμο» διότι εκφράζει έναν ολόκληρο ηθικό κόσμο και δεν υπάρχει σε άλλη γλώσσα του κόσμου. Ο αρχηγός του Αγροτικού Κόμματος Ελλάδος Ιωάννης Σοφιανόπουλος πρότασσε την «ανατολή» και ο ιδρυτής του ίδιου κόμματος Αλέξανδρος Μυλωνάς τη λέξη«πόνος».

Αισιοδοξία, ελευθερία, μοναξιά, νειάτα, ιμερτή, θάλασσα, αρμονία, καλημέρα, όνειρο, πίστη και ζωή είναι λέξεις με τις οποίες πορευόταν η Ελλάδα πριν από ογδόντα χρόνια. Ατένιζε την έξοδο από την οικονομική κρίση, έπαιζε με τη ζωντανή ελληνική γλώσσα και επέτρεπε στην παγκόσμια κοινότητα να βαφτίζεται στα νάματά της.

[ΠΗΓΗ: Ελευθέριος Σκιαδάς, Μικρός Ρωμιός]

Προσφυγιά: φυσάει στα σταυροδρόμια του κόσμου (αναδημοσίευση)



Κοιτώ τη φωτογραφία του Μπεχράκη: τον Σύρο πρόσφυγα, τον πατέρα που σφίγγει στην αγκαλιά του το παιδί, εκεί στα όρια, στο τράνζιτο ψυχών, σκουπίζοντας μ' ένα φιλί του τη βροχή.

Και δεν έχω άλλο τρόπο παρά να προσφύγω στους ποιητές, καθώς θεωρώ τις αναλύσεις περιττές, άχρηστες, γιατί εδώ χρειαζόμαστε ζεστασιά ψυχής κι "ομπρέλες από αρχαίους κατακλυσμούς". 

Ακούω, λοιπόν, την Ευαγγελία-Αγγελική Πεχλιβανίδου να εξηγεί πως η "Προσφυγιά- (είναι) αρμονίας κατάλυση":

Τους βλέπω μαζί της καθώς

"Κάθυγροι οδοιπορούν οι απόλεμοι «αθώοι» μετανάστες",

"….Κι άφησα πίσω τα παιχνίδια μου
Το παρελθόν και το μέλλον μου
Τα ’κρυψα κάτω απ’ το πλατύσκαλο της ξώθυρας
Ελπίζοντας στο γυρισμό,
Αγνοώντας…", λέει το παιδί
"Και μπροστά η χαραυγή, τα παιδιά μας
Άλλο κολλημένο στ’ αδειανό βυζί της μάνας.
Άλλο κουρνιασμένο στο στιβαρό κόρφο του πατέρα
Όπου η καρδιά χτυπούσε από κακό προαίσθημα"
Κι ύστερα ακούω τον Τ. Έλιοτ να λέει 
"Αυτός είναι ο τρόπος που ο κόσμος τελειώνει
Όχι μ’ έναν πάταγο αλλά με έναν λυγμό"

ΑΠΕΛΠΙΣΙΑ 
Και δεν μένει παρά να βυζάξει το παιδί ελπίδα, 
γιατί αν σώσουμε το παιδί υπάρχει ελπίδα
Έτσι που ...
 Κάποτε θὰ ἀποδίδουμε δικαιοσύνη
μ᾿ ἕνα ἄστρο ἢ μ᾿ ἕνα γιασεμὶ
σὰν ἕνα τραγοῦδι ποὺ καθὼς βρέχει
παίρνει τὸ μέρος τῶν φτωχῶν"
Τάσος Λειβαδίτης

Μετά την συντριβή… (εξαιρετικό)


γράφει ο Φώτης Τερζάκης
πηγή: απέρανο γαλάζιο

Είναι τουλάχιστον ειρωνεία ένα απολυταρχικό καθεστώς που έχει μετέλθει όλα τα μέσα για να τσακίσει τη λαϊκή βούληση να σε καλεί σε εκλογές. Θυμίζει το περίφημο δημοψήφισμα του «Ναι στο Σύνταγμα» της απριλιανής δικτατορίας. Αυτή είναι όμως η πραγματικότητα μπροστά στην οποία βρισκόμαστε σήμερα, στην Ελλάδα, Σεπτέμβριο του 2015.

Έξι μήνες παρακολουθήσαμε με κομμένη την ανάσα το ευρωπαϊκό σήριαλ τρόμου που μια διπλωματική γλώσσα αποκαλούσε «διαπραγμάτευση»: τη δυσφήμιση και τον διασυρμό, την τρομοκράτηση και τον κεκλεισμένων των θυρών βασανισμό ενός πρωθυπουργού και μιας εθνικής αντιπροσωπείας, και μέσω αυτών, αναμφίβολα, ενός ολόκληρου λαού που τόλμησε να διαλέξει ενάντια στις οδηγίες των αφεντικών του, από γραβατοφορεμένους τραμπούκους τύπου Ντάισενμπλουμ, Σώυμπλε, Γιούνγκερ, Σουλτς και τις ορντινάτσες τους· δεν κρατήθηκαν καν πρακτικά εκείνων των τρομερών «συνομιλιών», για να κρίνει ο ιστορικός του μέλλοντος τα πεπραγμένα.

Ακόμη και όσοι υποδεικνύαμε την ολοκληρωτική φύση του παγκοσμιοποιούμενου καπιταλισμού, καταγγέλλαμε την Ευρωπαϊκή Ένωση και την Ευρωζώνη ως δικτατορία του κεφαλαίου, παγώσαμε από το μέγεθος, και κυρίως από τον κυνικό και απροσχημάτιστο χαρακτήρα της βίας που άσκησαν τα ευρωπαϊκά όργανα σε μια μικρή χώρα και τους εκπροσώπους της: βία που ανακαλεί στη μνήμη την αποικιακή κτηνωδία των ευρωπαϊκών δυνάμεων, την αληθινή κολυμπήθρα του ευρωπαϊκού, δηλαδή του δυτικού, «πολιτισμού».

Πολλές αναλογίες έρχονται στο μυαλό για την τελική πράξη του δράματος, που οδήγησε διαδοχικά από μια χειρονομία έσχατης συμβολικής αντίστασης, την προκήρυξη δημοψηφίσματος, στον χρηματοοικονομικό πνιγμό που προκάλεσαν οι συνασπισμένοι δανειστές στη χώρα, στην παρ’ όλ’ αυτά και πέραν κάθε .ρεαλιστικής προσδοκίας νίκη τού δημοψηφίσματος, και στην πράξη ακύρωσής του μία στιγμή μετά με την ταπεινωτική συνθηκολόγηση της κυβέρνησης: είπαν «ξεπούλημα», «προδοσία», «νέα Βάρκιζα»· θα μπορούσε ακόμη ευστοχότερα κάποιος να μιλήσει για πραξικόπημα τύπου Χιλής, όταν ο Κίσινγκερ έκανε την περίφημη δήλωση «Δεν μπορούμε ν’ αφήσουμε μια χώρα να κατρακυλήσει στον κομμουνισμό επειδή ο λαός της είναι ανώριμος», ή τη σοβιετική εισβολή του ’68 στην Τσεχοσλοβακία (που η επέτειός της ήταν τώρα, στις 21 Αυγούστου), η οποία ενδεχομένως κρύβει και μια προφητική αναλογία: το κάταγμα που προκλήθηκε στο ίδιο το ευρωπαϊκό οικοδόμημα είναι πιθανό -και ευχόμαστε ολόψυχα-να έχει ανάλογες μακροπρόθεσμες συνέπειες με αυτές που οδήγησαν στην κατάρρευση, μέσα σε μια εικοσαετία, του φαινομενικά ακαταμάχητου Σοβιετικού μπλοκ.

Στη συγκεκριμένη περίπτωση -όπως και σε άλλες περιπτώσεις στο πρόσφατο παρελθόν, αλλού- τα χρηματοοικονομικά όπλα έπαιξαν τον ρόλο των αρμάτων μάχης, φαινόμενο αποκαλυπτικό για τη δομή και τη λειτουργία τού χρηματοπιστωτικού καπιταλισμού των ημερών μας.

Η άλλη όψη του δράματος, η ακόμη πιο απελπιστική, είναι ότι η συγκεκριμένη ελληνική κυβέρνηση έκαψε μόνη της, εξ αρχής, όλα τα όπλα που είχε στη διάθεσή της για ν’ αντισταθεί, προετοιμάζοντας τη συντριβή της (και μπορούμε να πούμε ποια ήταν αυτά: η ανάληψη του ελέγχου των τραπεζών και η επιβολή περιορισμών στην κίνηση κεφαλαίων, τουλάχιστον από τις 27 Φεβρουάριου όταν φάνηκε ήδη πώς παίζουν οι αντίπαλοί της· η άσκηση βέτο σε μια ολόκληρη σειρά κρίσιμων αποφάσεων της Ευρωπαϊκής ‘Ενωσης, εξαιρετικά δυσοίωνων ούτως ή άλλως, που θα μπορούσε να προκαλέσει ανυπέρβλητες δυσκολίες στη λειτουργία της· προπαντός, η άρνηση της παραμικρής πληρωμής μέχρι την τελική έκβαση της διαπραγμάτευσης, που θα εξασφάλιζε πολύτιμα συναλλαγματικά αποθέματα στη χώρα σε περίπτωση χρηματοοικονομικού αποκλεισμού).

Και το ερώτημα που επανέρχεται μοιραία, βασανιστικά, είναι: Ηταν μόνο άγνοια του κινδύνου, αφελής εμπιστοσύνη στη «δημοκρατικότητα» της Ευρώπης και των συνομιλητών της, παραπλάνηση από αμφίβολους κι επιζήμιους διεθνείς «συμβούλους», ή απλή, ξεκάθαρη απειρία και ανικανότητα;

Ήταν οπωσδήποτε όλ’ αυτά, σε κυμαινόμενους βαθμούς· αλλά δεν είναι δυνατόν επαγγελματίες πολιτικοί να μη βάζουν στο μυαλό τους εκείνο που συζητιέται και στο τελευταίο καφενείο της χώρας. Η κυβέρνηση δεν θα είχε ξεγελαστεί τόσο εύκολα εάν δεν ήθελε να ξεγελαστεί, αν δεν είχε ήδη ένα επενδυμένο συμφέρον στην εθελοτυφλία της.

Δυστυχώς, όπως εκ των υστέρων φαίνεται όσο συναρμόζονται τα ελλείποντα κομμάτια του παζλ και φωτίζονται οι κρυφές πτυχές, οπωσδήποτε μετά την εκλογική της νίκη, και πιθανότατα από πριν, διαπραγματεύτηκε τη στήριξή της με κύκλους των αδίστακτων οικονομικών ελίτ της χώρας (τραπεζίτες, βιομήχανους, εφοπλιστές, γραφειοκράτες ακαδημαϊκούς, μεγιστάνες του τύπου), το πραγματικό «ευρωπαϊκό λόμπι» τού οποίου τα συμφέροντα είναι οργανικώς εξαρτημένα από τους μηχανισμούς αναπαραγωγής του ευρωπαϊκού κεφαλαίου, και αυτοί προφανώς ζήτησαν μόνο ένα πράγμα: την πάση θυσία παραμονή στην Ευρωζώνη.

Προετοίμασε έτσι μεθοδικά την αδυναμία της να αντέξει στους εκβιασμούς των αντιπάλων της, και παρέδωσε μαζί της ως σφάγια τις λαϊκές μάζες που την στήριξαν και ήλπισαν να την χρησιμοποιήσουν σαν εργαλείο πολιτικής αντίστασης στον ευρωπαϊκό εφιάλτη. Διότι ναι μεν ουδέποτε κήρυξε ρητά την έξοδο από την Ευρώπη, αλλά όντως δεσμεύτηκε για απόσειση του ζυγού των μνημονίων που ήταν η φυσική συνέπεια της ένταξης στον ευρωπαϊκό οικονομικό και πολιτικό Λεβιάθαν, στις πύλες του οποίου είναι γραμμένο La.scia.te ogne speranza, voi ch’intrate. To μόνο που δεν είπε, βέβαια, ήταν, εάν αποδειχθεί αδύνατο να τηρηθούν ταυτόχρονα και δύο όροι, ποια θα ήταν η έσχατη «κόκκινη γραμμή»: η απόσειση των μνημονίων ή η παραμονή στην Ευρωζώνη.

Όχι, δεν ήταν λάθος η εκλογική στήριξη του ΣΥΡΙΖΑ, ούτε το ότι του παρασχέθηκε η λαϊκή συγκατάθεση να εφαρμόσει το πρόγραμμά του, ούτε η ανοχή και η στάση αναμονής απέναντι στην αμφισημία πολλών τακτικών του κινήσεων. Στην πολιτική, και ιδίως σε περιόδους εκτάκτου ανάγκης όπως αυτή που διανύουμε, είναι η στρατηγική εκείνη που κρίνει τις τακτικές κινήσεις, και το αποτέλεσμα εκείνο που κρίνει την στρατηγική. Το ότι ο ΣΥΡΙΖΑ απέτυχε να εκπληρώσει τα κριτήρια μιας αριστερής διακυβέρνησης, που είναι κριτήρια αξιακά και αδιαπραγμάτευτα ταξικού χαρακτήρα, μας φέρνει αντιμέτωπους με βαθύτερες δομικές αδυναμίες -παθολογίες, ακριβέστερα- της ελληνικής κοινωνίας, πέρα από την επιφανειακή πολιτική ανάγνωση. Γιατί η ρήση «Κάθε λαός έχει την κυβέρνηση που του αξίζει», παρά τον κυνισμό της, έχει ένα ποσοστό αλήθειας που δεν μπορούμε να παρακάμψουμε αβασάνιστα.

Σάββατο 8 Αυγούστου 2015

Πέπη Ρηγοπούλου: Η ζωή δίνει λύσεις που δεν φαντάζεται η ιδεολογία (αναδημοσίευση)


ΣΥΝΕΝΤΕΥΞΗ στον Γιώργο Παπαϊωάννου

Η συζήτηση με την Πέπη Ρηγοπούλου δύσκολα περιορίζεται σε ένα μόνο πεδίο. Μιλήσαμε μαζί της κυρίως για την κατάσταση που διαμορφώνεται σήμερα στο πολιτικό πεδίο και την καταστρατήγηση της δημοκρατίας και της κυριαρχίας. Όπως και για το κενό πολιτικής εκπροσώπησης, το ρόλο του μαζικού κινήματος και του πολίτη, τη σχέση του με τους «εκπροσώπους». Αλλά και για τη βαθύτερη φύση των μνημονίων για τα οποία δηλώνει ότι «δεν είναι και δεν ήταν μόνον οικονομικά ή έστω και πολιτικά. Το πολιτισμικό μνημόνιο προηγήθηκε κατά πολύ και ήταν προϋπόθεση για να επιβιώνει μέχρι σήμερα το οικονομικό».

Η Πέπη Ρηγοπούλουδιδάσκει στο Πανεπιστήμιο Αθηνών και είναι συγγραφέας πολλών βιβλίων σχετικών με τον Πολιτισμό, την Τέχνη, το Μύθο, την Ψυχανάλυση. Το τελευταίο της βιβλίο κυκλοφορεί από τις Εκδόσεις Ταξιδευτής με τίτλο Θάλαμος ανανήψεως: Μικρά Ασία, Πολυτεχνείο, Κύπρος, Μνημόνια.

Στην πρόσφατη ομιλία σας στο περιστύλιο της Βουλής για τα 41 χρόνια από την πτώση της δικτατορίας, κάνατε λόγο για τη συμπληρωματικότητα που θα έπρεπε να έχουν η Βουλή και η -σύμφωνα με τη διατύπωσή σας- «άμεση και αυθόρμητη σε μεγάλο βαθμό έκφραση της πλατείας, που καταγράφει τον παλμό του κάθε πολίτη». Μπορεί αυτό να συμβεί χωρίς βαθιές τομές στο πολιτικό σύστημα και ποιες θα ήταν αυτές;

Η μνήμη μας λέει πως τη Βουλή δεν μας την χάρισε κανένας. Δεν εκχωρήθηκε, αλλά κατακτήθηκε. Και γι αυτό, με την επίγνωση ότι σήμερα, αυτήν την μετέωρη ώρα, η Βουλή των Ελλήνων είναι μειωμένης κυριαρχίας, και σε αντίθεση με την τάση που κυριαρχεί στην Ευρώπη και αλλού, και που έχει ενταθεί στην Ελλάδα, μετά από την πρόσφατη ήττα, χρειαζόμαστε μια εκπροσώπηση, όσο μπορούμε, όσο το δυνατόν, πιο δημοκρατική και ουσιαστική. Οι εκπρόσωποι χρειάζονται πολλά: Γνώση των ζητημάτων και όχι υπογραφές με κλειστά μάτια. Θάρρος, ανιδιοτέλεια και ικανότητα να κρατούν το καλύτερο, ακόμα και από τα λόγια του εξωκομματικού είτε εσωκομματικού αντιπάλου. Το εξουσιαστικό μοντέλο που αναπαράγεται συνεχώς, με ανθρώπους που γίνονται οι καρέκλες τους, που θεωρούν ότι το κράτος είναι εκείνοι και άρα όλα τους επιτρέπονται, χωρίς διάθεση αυτοκριτικής, οδηγεί στην αλλοτρίωση. Όχι μόνο τη δική τους αλλά και της κοινωνίας. Αυτό που πρωτίστως χρειάζεται είναι να εμπνέονται όχι από τα Μέσα και τις δημοσκοπήσεις, καταλήγοντας να γίνουν ετερόνομοι και απρόσωποι, επιρρεπείς στη διαπλοκή, αλλά από τον ουσιαστικό διάλογο με την κοινωνία. Τη ζωντανή πάσχουσα και αγωνιζόμενη κοινωνία και όχι το ιδεολόγημα ή την καρικατούρα της. Και αυτό σημαίνει πως θα πρέπει να νιώθουν και να είναι όχι πάνω και έξω από τον κόσμο αλλά μέσα σ’ αυτόν. Μέσα στις αγωνίες του, μέσα στους αγώνες του, ακόμα και στα λάθη του, που δεν πρέπει να τα χαϊδεύουν, για να κλέψουν σήμερα την ψήφο του, έτοιμοι να αθετήσουν κυνικά αύριο όσα υποσχέθηκαν. Ο κόσμος, διστάζω να πω τη λέξη λαός έτσι που την έχουν διασύρει οι διάφοροι δεκάρικοι, δεν πρέπει να φοβίζει, με το πρόσχημα ότι είναι «ανεξέλεγκτος», «ανώριμος». Μέσα στον αγωνιζόμενο λαό υπάρχουν σπέρματα σκέψης που είναι ένα δώρο: Δώρο που ο πολιτικά δρων και σκεπτόμενος πρέπει να μπορεί να συλλαμβάνει, να επεξεργάζεται και να επιστρέφει στον δωρητή με την μορφή πολιτικού προτάγματος. Με αγάπη αλλά χωρίς κολακείες. Αυτή η υπέρβαση από την μεριά του εκπροσώπου, η κριτική και υπεύθυνη πορεία του προς τον λαό χρειάζεται και μια άλλη υπέρβαση. Αυτή του μαζικού κινήματος, των ανθρώπων που δρουν συλλογικά στη βάση. Όσοι μετέχουμε στη βάση πρέπει να εμπνεόμαστε από την Εκκλησία του Δήμου μάλλον και όχι την Απέλλα ή την Αρένα. Να βουλευόμαστε, δηλαδή, όχι να βοούμε σαν οπαδοί ή θεατές. Αν αυτή η υπέρβαση γινόταν -και μακάρι να γίνει- εκλεγμένοι/ες εκπρόσωποι και κοινωνική βάση θα μπορούσαν να πλησιάσουν και -με επίγνωση των διαφορετικών ρόλων τους- να συναντηθούν και να συνδυαστούν δημιουργικά και κριτικά ως αυτόνομοι και ενεργοί πολίτες.

Το κενό πολιτικής εκπροσώπησης που υπάρχει στην ελληνική κοινωνία, δεν επανέρχεται στο προσκήνιο μετά τις τελευταίες εξελίξεις; Τι θα διαπιστώναμε συγκρίνοντας το αποτέλεσμα του δημοψηφίσματος με όσα ψηφίζει αυτές τις μέρες η Βουλή των Ελλήνων;

Επανέρχεται με φόντο την υποτέλεια και την ταπείνωση, την σχιζοείδεια είτε τον κυνισμό που δεν εγκυμονούν το καλό. Αλλά ενώ η καταγγελία μοιάζει απλή, η χάραξη εναλλακτικής πορείας απαιτεί όραμα, γνώση και τόλμη. Και επίγνωση ότι η ζωή δίνει λύσεις που δεν φαντάζεται η ιδεολογία.

Το τέλος της μεταπολίτευσης προαναγγέλλεται διαρκώς. Δεν φαίνεται όμως να έχει κλείσει οριστικά αυτός ο κύκλος, από την άποψη του τρόπου που οργανώνεται η πολιτική ζωή, που υπάρχουν τα κόμματα, που συμμετέχει ή δεν συμμετέχει ο πολίτης.

Κατ’ αρχήν ας σκεφθούμε πώς θα ήταν τα πράγματα σήμερα αν έστω και με τον οδυνηρό τρόπο που έγινε, δεν είχε πέσει η δικτατορία. Η Μεταπολίτευση -παρά τις κούφιες και ύποπτες ρητορικές, παρά την μεταμφίεση των συμφερόντων και την αναρρίχηση αρκετών που εισέπραξαν το αίμα άλλων στην Ελλάδα και την Κύπρο- έδωσε μια ανάσα σε πολλούς ανθρώπους, ήταν μια υπόσχεση για ένα αλλιώς που θα μπορούσε ίσως να υπάρξει με ουσιαστικό τρόπο. Η συνολική απαξίωσή της βολεύει όσους βιάζονται να θάψουν την κατάσταση που τους έφτιαξε, αλλά εμείς δεν πρέπει να κόβουμε ένα κομμάτι του εαυτού μας. Κρατάμε τα πρόσωπα και τις πράξεις, σαν αυτές του Παναγούλη, του Κοροβέση και άλλων, όχι για να τις καταναλώνουμε εν κενώ σώματος και ψυχής ευτελίζοντάς τις, αλλά για να προχωρήσουμε πέρα από τη μίμηση, σε μια νέα σύνθεση που θα βρούμε.

Μοιάζει σήμερα να επιβεβαιώνεται η περίφημη ρήση ότι «δεν υπάρχει εναλλακτική». Το πιο τραγικό είναι όταν αυτό επαναλαμβάνεται από την πλευρά εκείνη που βασίστηκε ακριβώς στην αμφισβήτηση αυτού του δόγματος. Τελικά, η Ελλάδα μπορεί να υπάρξει έξω από το καθεστώς της «αποικίας χρέους» που της έχουν επιφυλάξει ευρωπαϊκή ελίτ και «αγορές»;

Μιλάτε για μια εκσυγχρονισμένη, με όλες τις έννοιες, άποψη περί αυτόματου πιλότου, μόνο που τώρα πια ο «πιλότος» αποφάσισε να μας πάει φούντο. Αρνούμαι να προτείνω συνταγές και βέβαια ξέρω ότι δεν είναι αυτό που μου ζητάτε. Αλλά λύση δεν θα υπάρξει, αν δεν διαβάσουμε σωστά και συλλογικά την ελληνική και την διεθνή συγκυρία και αν δεν σχεδιάσουμε απάντηση. «Σιγανά και ταπεινά», δηλαδή χωρίς έπαρση, αλλά με τόλμη. Συλλογικά.

Τα τελευταία γεγονότα φαίνεται να δείχνουν ότι δεν αρκεί μια κυβερνητική εναλλαγή, ένα κόμμα, ένα ποσοστό για να βγούμε από την σημερινή καθολική κρίση. Ποιες θα ήταν οι προϋποθέσεις και οι απαιτήσεις μιας πιο σύνθετης πολιτικής για αυτή τη διέξοδο;

Να καταλάβουμε ότι τα μνημόνια δεν είναι και δεν ήταν μόνον οικονομικά ή έστω και πολιτικά. Το πολιτισμικό μνημόνιο προηγήθηκε κατά πολύ και ήταν προϋπόθεση για να επιβιώνει μέχρι σήμερα το οικονομικό. Εννοείται ότι στον όρο πολιτισμός περιλαμβάνω την επικοινωνία, τα «Μέσα» με τη διαπλοκή τους καθώς και την εκπαίδευση, αλλά και την ιστορική, την συλλογική και την προσωπική μνήμη. Από αντίθεση στην ψευδεπίγραφη ρητορική της χούντας, αλλά και υπό την επίδραση του νεοφιλευθερισμού οικοδομήθηκε στη χώρα μας μια ολόκληρη ιδεολογία και βιοθεωρία που εξαγίαζε την εξάρτηση από τη Δύση, μεταμφιέζοντας την υποτέλεια σε ευρωπαϊσμό: Το καλύτερο για να παραδοθούμε αμαχητί σε κάθε θεωρία περί αυτόματου πιλότου ή προσφάτως περί εντιμότητος και συνέπειας των «εταίρων» που μας γέλασαν γιατί πιστέψαμε ότι δεν επιθυμούν τίποτε άλλο από το καλό μας κ.λπ. Η πρώτη επείγουσα τομή είναι η πολιτισμική. Για να έχεις διάλογο με τον άλλο, πρέπει να υπάρχεις.

Βλέπετε στο βάθος την πρόθεση να χτυπηθεί βαθύτερα η υπόσταση της χώρας ή και να μετατραπεί σε χώρο και πεδίο παρέμβασης γεωπολιτικών μεγαπαικτών; Ή μήπως αυτό αποτελεί συνωμοσιολογία;

Αυτοί που αποκλείουν πάση θυσία τις συνωμοσίες, που μπορεί να υπάρχουν είτε να μην υπάρχουν, είναι κυρίως επαγγελματίες συνωμότες, και συνειδητοί είτε αφελείς υποστηρικτές τους. Ή εν πάση περιπτώσει δεν έχουν διαβάσει καλά αστυνομικά. Χρειάστηκε να έρθει ο Κλίντον και να ζητήσει συγγνώμη για την Χούντα για να παραδεχτούν -ίσως- κάποιοι ότι ήταν αμερικανοκίνητη. Χρειάστηκε να έρθει ο εγγράμματος Πάπας Ιωάννης Παύλος στην Ελλάδα και να ζητήσει συγγνώμη για την άλωση της Πόλης το 1204, για να καταλάβουμε ότι αυτή οφείλονταν σε συνωμοσία της τότε ΕΦΕ (Ευρωπαϊκής Φεουδαρχικής Ένωσης) και ότι οι Σταυροφόροι δεν είχαν «χάσει» τον δρόμο τους. Ναι, η Ελλάδα δυστυχώς βρίσκεται στο μάτι του κυκλώνα των γεωπολιτικών συγκρούσεων. Ουκρανία, Κύπρος, Κουρδικό, Ιράκ, Συρία μας πείθουν ότι ο κόσμος των ισχυρών ελαύνεται από συμφέροντα και όχι από ιδανικά. Ας συλλάβουμε, όμως, επίσης ότι η νεοφιλελεύθερη θηριωδία γέννησε και γεννά ένα νέο παγκόσμιο προλεταριάτο, τα θύματά της, που είναι ο στρατηγικός σύμμαχός μας. Και με συνείδηση και των δύο αυτών αντίθετων γεγονότων, ας αντιδράσουμε με λογισμό και όνειρο.

Κυριακή 2 Αυγούστου 2015

Η αλληλεγγύη είναι το όπλο μας... (αναδημοσίευση)



Δεν θέλω να πω μπράβο στους συντρόφους μου από το Στέκι Μεταναστών.
Ούτε και στους 5-10 Αναρχικούς που το ξεκίνησαν και όλους εκείνους που ακολούθησαν αμέσως. 
Ούτε και στις διάφορες συλλογικότητες και ανένταχτους που “τρέχουν” ακούραστα κάθε μέρα, από νωρίς το πρωί έως αργά το βράδυ, την Αλληλεγγύη στους...
πρόσφυγες του ‪#‎pedion_areos‬.
Κι ούτε καν μισό μπράβο στον εαυτό μου - αγαπώ αυτό που κάνω, οπότε δεν κάνω κάποια θυσία.
Εμείς την έχουμε την “πετριά”, όλοι κάπως έτσι ζούμε, αυτό είναι το ψωμοτύρι μας και η καθημερινότητά μας και δεν κάναμε τίποτα παραπάνω απ’ ό,τι κάνουμε πάντα.

Αυτούς, όμως, στους οποίους θεωρώ ότι οφείλω μια βαθιά υπόκλιση, ένα πλατύ χαμόγελο και ένα μεγάλο “εύγε”, είναι οι άνθρωποι που δεν είχαν καμία σχέση με τον κινηματικό χώρο και όμως έτρεξαν από την πρώτη στιγμή και τρέχουν ακόμα, κάθε μέρα μες στο κατακαλόκαιρο και τον καύσωνα, γι’ αυτή την υπόθεση, σαν να είναι δική τους υπόθεση. Είτε τροφοδοτώντας διαρκώς τις διανομές ειδών πρώτης ανάγκης από το υστέρημά τους, είτε με προσωπική δουλειά καθημερινά στο "πεδίο της μάχης”.

Αυτοί είναι οι Αλληλέγγυοι.
-Η νεαρή φοιτήτρια που έφερε 2-3 μαχαιροπήρουνα, μια πετσέτα, ένα αλάτι και δύο πακέτα μακαρόνια, αδειάζοντας σε μια πλαστική σακούλα την ήδη άδεια κουζίνα της. 
-Ο σύλλογος εργαζομένων γνωστής και μεγάλης εταιρίας που χωρίς να ζητήσει κανένα αντάλλαγμα ή οποιαδήποτε προβολή, αγόρασε και προσέφερε 400 σκηνές, οι οποίες κάλυψαν άμεσα τις ανάγκες των προσφύγων. 
-Οι οικογενειάρχες που έβγαλαν απ’ τα ντουλάπια τους τα στοκαρισμένα "ζυμαρικά και όσπρια της χρεοκοπίας" και μας τα έφεραν μαζικά σε σακούλες του ΙΚΕΑ. 
-Η φτωχή πολύτεκνη κυρία που μας παρέδωσε τα 45 κιλά ροδάκινα που δικαιούταν από την πρόνοια χωρίς να κρατήσει ούτε μισή σακούλα για τα παιδιά της.
-Ο θαλερός παππούς με το καπελάκι του Πολεμικού Ναυτικού που ήρθε στο Πεδίο του Άρεως με πέντε μεγάλες σακούλες πλημμένα μήλα και τα μοίρασε χέρι με χέρι στις οικογένειες, στην αρχή διστακτικά και στη συνέχεια με ένα μεγάλο χαμόγελο ανθρωπιάς.
-Η ντόπια γιαγιά που έσφιξε με δάκρυα στην αγκαλιά της τη γιαγιά πρόσφυγα από το Αφγανιστάν, λες κι έσφιγκε την ίδια της την αδελφή. 
-Όλα τα παιδιά, ντόπιοι και μετανάστες, που ξημεροβραδιάζονται στην Τσαμαδού και στα άλλα σημεία συγκέντρωσης Αλληλεγγύης, κάνουν δεκάδες δρομολόγια με φορτία στο Πεδίο του Άρεως, ξεδιαλέγουν ρούχα, ταξινομούν τρόφιμα, μοιράζουν μερίδες, πλένουν φρούτα, κουβαλάνε κιβώτια.
-Αυτούς που συγκεντρώνουν επί μέρες φάρμακα και ρουχισμό κινητοποιώντας τον κύκλο τους, παίρνοντας τηλέφωνα και κανοντας διαδρομές πάνω κάτω στην πόλη για να τα μαζέψουν και να τα παραδώσουν. 
-Κι εκείνους που απλά μπήκαν σ’ ένα σούπερ μάρκετ με τη λίστα της αλληλεγγύης στο χέρι, γέμισαν ένα καρότσι μέχρι πάνω και το έφεραν καρφί στην Τσαμαδού.

Χίλια μπράβο. Μόνο αυτό έχω να πω. 
Είσαστε όλοι ΑΝΘΡΩΠΟΙ και νιώθω μεγάλη χαρά που βρεθήκαμε και συντονίσαμε τις καρδιές μας σ’ αυτή την απίστευτη, αυθόρμητη και αυτο-οργανωμένη κινητοποίηση.
Η αλληλεγγύη είναι το όπλο μας.
Να μην το ξεχνάμε ποτέ και πάντα να βρισκόμαστε!