Κυριακή 7 Ιανουαρίου 2024

Χτίζοντας την Αθήνα ως πρωτεύουσα του νεοσύστατου ελληνικού κράτους. Κοινωνικές ομοιότητες με το σήμερα.

Αναδημοσίευση από την ΕΦ.ΣΥΝ

Η βίαιη γέννηση μιας πρωτεύουσας


Η μεταφορά της πρωτεύουσας το 1834 από το Ναύπλιο στην Αθήνα δεν υπήρξε μια ανώδυνη διαδικασία. Με τον χειρότερο δήμαρχο που πέρασε μεταπολιτευτικά (αν όχι μεταπολεμικά) από την Αθήνα ν’ αποχαιρετά με τον επίσης χειρότερο δυνατό τρόπο το αξίωμά του, και την Αθήνα να μετατρέπεται σταθερά σε τουριστικό προορισμό όλο και πιο εχθρικό για τους μόνιμους κατοίκους της, αναμενόμενοι είναι κάποιοι απολογισμοί σε βάθος χρόνου.

Μέχρι πρόσφατα, η αναζήτηση των απαρχών της προβληματικής ποιότητας ζωής στο λεκανοπέδιο εστιαζόταν κυρίως στον θεσμό της αντιπαροχής, με τον οποίο ο εθνάρχης Καραμανλής έλυσε το στεγαστικό πρόβλημα της μεταπολεμικής Αθήνας (και, κυρίως, θεμελίωσε την ταξική συμμαχία της αστικής μας τάξης με μια μεγάλη μερίδα λαϊκών και μικροαστικών στρωμάτων). Παρ’ όλο που αυτή η κριτική είναι ιστορικά πλήρως δικαιωμένη, ακόμη ορθότερο θα ήταν ωστόσο να πάμε ακόμα πιο πίσω: στην ίδια τη γέννηση του κλεινού άστεως ως πρωτεύουσας του Ελληνικού Βασιλείου, οι παρενέργειες της οποίας αποτυπώθηκαν αρκετά εύγλωττα στον Τύπο των ημερών.

Μια ιστορία αχαλίνωτης κερδοσκοπίας και κοινωνικά επικαθορισμένης κρατικής βίας, παντελώς απωθημένη από τη συλλογική μνήμη των μεταγενέστερων Αθηναίων, όπως συμβαίνει άλλωστε με την αντίστοιχη συλλογική μνήμη κάθε μεγαλούπολης· χαρακτηριστικό παράδειγμα ο μύθος περί διαχρονικής «πολυπολιτισμικής συνύπαρξης» στη Νέα Υόρκη, που αναγορεύτηκε σε δόγμα μετά την 11η Σεπτεμβρίου 2001 (κι αμφισβητήθηκε τόσο εύστοχα από τον Μάρτιν Σκορσέζε στις ιστορικά ακριβέστατες «Συμμορίες» του).

Ανοιχτομάτηδες χωρίς σύνορα

Η Αθήνα επιλέχθηκε ως πρωτεύουσα («καθέδρα») του Ελληνικού Βασιλείου τον Ιούνιο του 1833, μ’ ένα διάταγμα της Αντιβασιλείας, εν μέρει χάρη στην επιμονή του βασιλιά της Βαυαρίας (και άτυπου –τότε– μονάρχη του ελληνικού παραρτήματος της τελευταίας, στον θρόνο του οποίου είχε τοποθετήσει τον ανήλικο γιο του). Η τελική απόφαση καθορίστηκε σε μεγάλο βαθμό από τη διεθνή εμβέλεια του τοπικού brand name: η πόλη του Περικλή και του Σωκράτη δεν ήταν δυνατό να συγκριθεί, από άποψη παγκόσμιας φήμης, με εναλλακτικές επιλογές όπως η Κόρινθος, τα Μέγαρα ή ο Πειραιάς.

Σε αντίθεση όμως μ’ αυτό τον τελευταίο, όπου η γη ανήκε στο ελληνικό Δημόσιο και μπορούσε να οικοδομηθεί ελεύθερα, στην Αθήνα οποιαδήποτε ρυμοτόμηση σκόνταφτε στον ιερό θεσμό της ατομικής ιδιοκτησίας. «Το μεγαλύτερο μέρος της Αθήνας ανήκε σε ιδιώτες», εξηγεί στις αναμνήσεις του ο πιο λόγιος από τους τρεις αντιβασιλιάδες. «Επρεπε λοιπόν η Κυβέρνηση να αποζημιώσει τους οικοπεδούχους της Αθήνας για να της παραχωρήσουν τον χώρο που της ήταν απαραίτητος. […] Αλλά οι αξιώσεις που διατυπώθηκαν από τους ιδιοκτήτες ήταν υπέρογκες και με μεγάλο κόπο κατορθώσαμε να φτάσουμε σε μια τελική συμφωνία. Οταν λύθηκε κι αυτό το θέμα, μπορούσαμε πια να αναγγείλουμε τη μεταφορά της πρωτεύουσας, έπρεπε όμως τώρα να μας υποδείξουν οι Αθηναίοι τα κατάλληλα οικήματα για την εγκατάσταση της Κυβέρνησης και όλων των συναφών υπηρεσιών» (Γκέοργκ Λούντβιχ Μάουρερ, «Ο ελληνικός λαός», Αθήνα 1976, σ. 479).

«Η επιτροπή ηναγκάσθη να εκβάλη τους οικοδεσπότας από τους ευτελείς οικίσκους, όπου επεριορίσθησαν παραχωρούντες, ως ευρυχωροτέρους, τους οίκους των εις την Κυβέρνησιν» | «Εθνική Εφημερίς» (Αθήνα), 15/27.11.1834

Για να διευκολύνουν την αναβάθμιση της κωμόπολής τους σε πρωτεύουσα, οι γαιοκτήμονες της Αθήνας είχαν φροντίσει να υποβάλουν εγκαίρως στον βασιλιά ένα «συνυποσχετικόν» (3/6/1833), όπου δήλωναν ότι παραχωρούν δωρεάν στο Δημόσιο την αναγκαία γη, οι ιδιοκτήτες της οποίας «θέλουν αποζημιούσθαι κοινώς απ’ όλους». Θα ήταν βέβαια πολύ βολικότερο η πρωτεύουσα να μη χτιστεί ακριβώς πάνω στα ερείπια της αρχαίας πόλης (που οι επιχειρηματικότεροι πολιτικοί της εποχής σκέφτονταν να μετατρέψουν σε τουριστικό πάρκο αρχαιοτήτων) αλλά κάπου εκεί κοντά, οικειοποιούμενη το ένδοξο όνομα δίχως να καταστρέψει το ιστορικό αρχαίο τοπίο. 

Οπως όμως επισημαίνει ο πρώτος ιστορικός της Αθήνας .....