Κυριακή 20 Μαΐου 2012

Χάρντ και Χόλογουεη: Δημιουργώντας κοινό πλούτο και διαρρηγνύοντας τον καπιταλισμό - Μια διασταυρούμενη ανάγνωση

Αναδημοσίευση από Εφημερίδα Δράση
(Μέρος Ι)

Στο πρώτο μέρος της αλληλογραφίας τους, ο John Holloway και ο Michael Hardt συζητούν κάποια κοινά θέματα που έχουν προκύψει από τα πιο πρόσφατα βιβλία τους, τα οποία άπτονται της οργάνωσης, της δημοκρατίας και των θεσμών.



Ιούλιος 2010
Αγαπητέ John,
Κάτι που μου αρέσει στο «Crack Capitalism»i, το οποίο είναι κοινό και στο «Change the World Without Taking Power»ii, είναι ότι η επιχειρηματολογία του ιχνηλατεί τη γενεαλογία της εξέγερσης. Με άλλα λόγια, ξεκινάς με την αγανάκτηση, την οργή, το θυμό που οι άνθρωποι αισθάνονται, αλλά δεν σταματάς εκεί. Η επιχειρηματολογία σου οδηγεί την εξέγερση τόσο προς τη δημιουργική πρακτική όσο και προς τη θεωρητική έρευνα.

Από τη μία πλευρά, αν και η άρνηση είναι ουσιώδης, ίσως ακόμη και πρωταρχική στην επιχειρηματολογία σου, ιδιαίτερα η ρήξη ή η έξοδος από τις καπιταλιστικές κοινωνικές μορφές, κάθε καταστροφική δύναμη πρέπει να συνοδεύεται από μια δημιουργική, κάθε προσπάθεια να γκρεμίσουμε τον κόσμο γύρω μας πρέπει να αποσκοπεί, επίσης, στη δημιουργία ενός νέου. Επιπλέον, αυτές οι δύο διαδικασίες, η καταστροφική και η εποικοδομητική, δεν μπορούν να διαχωριστούν, αλλά είναι εντελώς ενσωματωμένες ή συνυφασμένες μεταξύ τους. Αυτός είναι ο λόγος, όπως λες, που δεν έχει νόημα να αναβάλουμε τη δημιουργία μιας νέας κοινωνίας μέχρι την πλήρη κατάρρευση ή κατεδάφιση της καπιταλιστικής κοινωνίας. Αντίθετα πρέπει να αγωνιστούμε τώρα να δημιουργήσουμε μια νέα κοινωνία μέσα στο κέλυφος της παλαιάς ή, μάλλον, στις ρωγμές της, στα διάκενά της.

Από την άλλη πλευρά, καταδεικνύεις πως η εξέγερση πρέπει να οδηγήσει όχι μόνο σε πρακτική αλλά και σε θεωρητική καινοτομία. Παρότι το βιβλίο σου αρχίζει παρουσιάζοντας συναισθηματικές καταστάσεις και περιπτώσεις πρακτικών αντίστασης, η κεντρική επιχειρηματολογία περιλαμβάνει μια εννοιολογική διερεύνηση, πολύ σημαντική κατά τη γνώμη μου, σχετικά με το ρόλο και τις δυνατότητες των παραγωγικών ικανοτήτων μας στην καπιταλιστική κοινωνία. Δε θέλω να θέσω ένα διαχωρισμό εδώ μεταξύ πρακτικής και θεωρίας. Στην πραγματικότητα, η επιχειρηματολογία σου προϋποθέτει ότι είναι πλήρως ενσωματωμένες ή συνυφασμένες. Για να αλλάξουμε τον κόσμο, πρέπει όχι μόνο να δράσουμε με διαφορετικό τρόπο, αλλά και να σκεφτούμε διαφορετικά, κάτι που απαιτεί να εργαστούμε πάνω στις έννοιες και μερικές φορές να επινοήσουμε νέες έννοιες.

Η κεντρική επιχειρηματολογία του βιβλίου, η οποία διακρίνει το πράττειν από την εργασία και προσδιορίζει την αφαίρεση ως πρωταρχική δύναμη της καπιταλιστικής κυριαρχίας, μου φαίνεται βαθιά μαρξιστική. Μπορεί να φαίνεται παράδοξο να το λέω αυτό, επειδή αντιπαραθέτεις προσεκτικά την επιχειρηματολογία σου με την ορθόδοξη μαρξιστική παράδοση, τοποθετούμενος σε σχέση με τα γραπτά του ίδιου του Μαρξ, μερικές φορές διευκρινίζοντας τι όντως λέει και αποδεικνύοντας πως αυτό έρχεται σε αντίθεση με την ορθόδοξη μαρξιστική παράδοση, και άλλες φορές προχωρώντας πέρα από τον Μαρξ. Παρόλο που η επιχειρηματολογία σου βρίσκεται πράγματι σε αντίθεση με την ορθόδοξη μαρξιστική παράδοση, διαβάζοντας τον Μαρξ ενάντια στο μαρξισμό και προχωρώντας πέρα από τον Μαρξ τοποθετείσαι στέρεα στο πλαίσιο (ή, ίσως καλύτερα, σε διάλογο) ενός ισχυρού ρεύματος αποκαλούμενου ετερόδοξη μαρξιστική παράδοση που έχει δραστηριοποιηθεί από το 1960. Αυτό είναι σαφώς εμφανές, για παράδειγμα, στο πλαίσιο του ισχυρισμού, κεντρικού στην επιχειρηματολογία σου σε αυτό το βιβλίο, ότι το πέρασμα προς την ελευθερία δεν έγκειται στην απελευθέρωση της εργασίας, όπως υποστήριξε η μαρξιστική ορθοδοξία και η σοβιετική ιδεολογία, αλλά στην απελευθέρωση από την εργασία. Βλέπω αυτό ως βασικό σύνθημα ή αρχή αυτής της ετερόδοξης παράδοσης.

Αυτό που προκύπτει για μένα είναι ότι ενώ τη δεκαετία του 1970 ο ορθόδοξος μαρξισμός ήταν όντως κυρίαρχος, ενισχυμένος από τους ιδεολόγους των διάφορων επίσημων κομμουνιστικών κομμάτων, σήμερα αυτή η γραμμή ερμηνείας είναι σχεδόν τελείως αναξιόπιστη. Αντίθετα, η μαρξιστική θεωρία σήμερα χαρακτηρίζεται κυρίως, κατά την άποψή μου, από αυτό που κάποτε ήταν η ετερόδοξη γραμμή, στης οποίας την ανάπτυξη συνέβαλες μαζί με τους συναδέλφους σου στη Διάσκεψη των Σοσιαλιστών Οικονομολόγων και σε συνεργασία με παρόμοιες τάσεις στην Ιταλία, τη Γερμανία και τη Γαλλία. Αυτό είναι καλό και κάνει τη μαρξιστική θεωρία σήμερα περισσότερο ενδιαφέρουσα και επίκαιρη.

Δε θέλω με αυτό να σε χαλιναγωγήσω εντός του μαρξισμού. Όπως και εσένα, λίγο με νοιάζει για το αν το έργο μου αποκαλείται μαρξιστικό ή όχι. Συχνά βρίσκω ότι μαρξιστές με κατηγορούν ότι δεν είμαι αρκετά μαρξιστής και μη-μαρξιστές ότι είμαι πάρα πολύ μαρξιστής. Τίποτε από αυτά δεν έχει σημασία για μένα. Αυτό που είναι σημαντικό, όμως, είναι το πόσο χρήσιμο βρίσκω το διάβασμα του έργου του Μαρξ και πόσο χρήσιμο είναι επίσης για σένα σε αυτό το βιβλίο.

Μια βαθιά και σημαντική αντήχηση της επιχειρηματολογίας σου σε αυτό το βιβλίο, που είναι κοινή με τα γραπτά του Μαρξ, βρίσκεται στην αναγνώριση της εργασίας (ή της ανθρώπινης παραγωγικής ικανότητας) ως τόπο τόσο της εκμετάλλευσής μας όσο και της δύναμής μας. Ορίζεις αυτή τη δυαδικότητα διακρίνοντας την εργασία (την οποία προσδιορίζεις ως παραγωγή σε ένα καθεστώς καπιταλιστικής αφαίρεσης) από το πράττειν (το οποίο μου φαίνεται παρόμοιο με την έννοια του Μαρξ «ζωντανή εργασία»). Από τη μία πλευρά, το κεφάλαιο χρειάζεται τις παραγωγικές ικανότητές μας και δεν θα μπορούσε να υπάρξει και να αναπαραχθεί χωρίς αυτές. Το κεφάλαιο, με άλλα λόγια, δεν μας καταπιέζει ή κυριαρχεί πάνω μας μόνο, αλλά μας εκμεταλλεύεται, κάτι που σημαίνει ότι πρέπει συνεχώς να προσπαθεί να εξημερώνει και να διοικεί τις παραγωγικές δυνάμεις μας μέσα στο περιορισμένο πλαίσιο του κοινωνικού συστήματός του. Σύμφωνα με την επιχειρηματολογία σου, αυτό επιτυγχάνεται κατά κύριο λόγο μέσω των διαδικασιών της αφαίρεσης. Από την άλλη πλευρά, οι παραγωγικές ικανότητές μας πάντα υπερβαίνουν το κεφάλαιο και είναι δυνητικά αυτόνομες από αυτό. Αυτή η ασυμμετρία είναι ζωτικής σημασίας: ενώ το κεφάλαιο δεν μπορεί να επιβιώσει χωρίς την εργασία μας, οι παραγωγικές ικανότητές μας μπορούν δυνητικά να υπάρχουν και να ευδοκιμούν χωρίς την καπιταλιστική οργάνωση. Πράγματι, όπως καταδεικνύεις, υπάρχουν πάντοτε αναρίθμητα παραδείγματα της παραγωγικής αυτονομίας μας μέσα στις ρωγμές ή τα διάκενα της καπιταλιστικής κοινωνίας. Αυτά είναι εξαιρετικά σημαντικά, αλλά δεν αρκούν. Το σχέδιό σου είναι η δημιουργία εναλλακτικών κοινωνικών δικτύων αυτόνομης παραγωγικής συνεργασίας που μπορούν, όπως είπα και προηγουμένως, να οικοδομήσουν μια κοινωνία της ελευθερίας μέσα από την καπιταλιστική κοινωνία.

Όπως διάβασα το «Crack Capitalism», μου φάνηκε ότι, ενώ το «Change the World» υιοθέτησε και επέκτεινε το σχέδιο για την κατάργηση του κράτους, ακόμη και την κατάργησή του στο μυαλό και τις πρακτικές μας, αυτό το βιβλίο λειτουργεί μέσω του σχεδίου της άρνησης της εργασίας – με την αντίληψη ότι κάθε εξέγερση ενάντια στο καπιταλιστικό καθεστώς εργασίας είναι επίσης, κατ' ανάγκη, ανάπτυξη των δικών μας αυτόνομων δυνατοτήτων του πράττειν, ότι η καταστροφή της κοινωνίας της εργασίας συνοδεύεται από τη δημιουργία μιας νέας κοινωνίας που βασίζεται σε μια διαφορετική αντίληψη της παραγωγής και της παραγωγικότητας.

Αυτό με οδηγεί σε μια πρώτη, αρχική ερώτηση. Γνωρίζουμε ότι το καπιταλιστικό καθεστώς εργασίας έχει εξαιρετικά ανεπτυγμένα συστήματα κοινωνικής οργάνωσης και συνεργασίας, τα οποία λειτουργούν μέσω της πειθαρχίας και του ελέγχου. Τα αναλύεις αυτά κατά κύριο λόγο μέσα από το πρίσμα της αφαίρεσης. Τα δεσπόζοντα εργατικά κινήματα, κυρίως τα βιομηχανικά συνδικάτα, έχουν επίσης αναπτύξει μορφές οργάνωσης και πειθαρχίας σε ένα είδος αντίπαλου δέους, αλλά, σύμφωνα με την ανάλυσή σου, κι αυτά, όπως και το καπιταλιστικό καθεστώς, είναι αφιερωμένα στην οργάνωση της αφηρημένης εργασίας. Νομίζω ότι καταλαβαίνω αυτή την κριτική και συμφωνώ με αυτή σε μεγάλο βαθμό, με την αίρεση, όπως λες, επικαλούμενος το εξαιρετικό βιβλίο του Karl Heinz Roth που εκδόθηκε το 1970, ότι πάντοτε υπάρχει επίσης ένα «άλλο» εργατικό κίνημα. Το ερώτημά μου, λοιπόν, είναι πώς μπορεί οι αυτόνομες παραγωγικές πρακτικές μας, το πράττειν μας, να οργανωθούν και να διατηρηθούν ως εναλλακτικές κοινωνικές μορφές; Νομίζω ότι θα συμφωνείς πως τα σχήματα συνεργασίας και συντονισμού μεταξύ των πρακτικών του πράττειν μας δεν είναι αυθόρμητα, αλλά πρέπει να οργανωθούν. Θα ήθελα να προσθέσω ότι πρέπει να δημιουργήσουμε θεσμούς κοινωνικής συνεργασίας, και θα μπορούσες να συμφωνήσεις με αυτό επίσης, εφόσον εξηγώ ότι με τον όρο θεσμούς εδώ δεν εννοώ μια γραφειοκρατική δομή, αλλά μάλλον, όπως οι ανθρωπολόγοι χρησιμοποιούν τον όρο, μια επαναλαμβανόμενη κοινωνική πρακτική, μια συνήθεια, που δομεί τις κοινωνικές σχέσεις. Τι θεσμούς έχουμε ήδη που εκπληρώνουν αυτόν το ρόλο και τι μπορούμε να αναπτύξουμε; Και, πιο συγκεκριμένα, ποια σχέση μπορεί να έχει αυτό με τις συνδικαλιστικές παραδόσεις; Το ζήτημα εδώ, φυσικά, δεν είναι να απορρίψουμε πλήρως τις παραδοσιακές οργανώσεις των εργατικών κινημάτων, αλλά, από ορισμένες απόψεις, να τις επεκτείνουμε και να τις μετασχηματίσουμε. Εδώ θα ήθελα να διερευνήσω τις καινοτομίες στη σύγχρονη οργάνωση της εργασίας που δείχνουν προς την κατεύθυνση της επιχειρηματολογίας σου. Μπορούμε να φανταστούμε στη θέση ενός παραδοσιακού εργατικού κινήματος μια ένωση ή συνδικάτο των πραττόντων ή, καλύτερα, έναν κοινωνικό θεσμό του πράττειν; Ποιοι θα ήταν οι μηχανισμοί της κοινωνικής συνεργασίας και οι δομές της οργάνωσης; Δεν είμαι σίγουρος ότι έχεις τις απαντήσεις στα ερωτήματα αυτά, και δεν υποκρίνομαι, αλλά νομίζω ότι έχεις μερικούς τρόπους σκέψης για το πώς μπορούμε να αναπτύξουμε τις δομές και τους θεσμούς της κοινωνίας του πράττειν και αυτό είναι που θα ήθελα καταρχάς να κατευθύνει το διάλογό μας.
Ευχές,
Michael

*****

Δεκέμβριος 2010
Αγαπητέ Michael,
Σε ευχαριστώ πολύ για τα σχόλιά σου και για τη χροιά τους που μου φαίνεται σωστή: ισχυρή αίσθηση των κοινών ανησυχιών και κατευθύνσεών μας και επιθυμία να προχωρήσουμε μπροστά μέσω της εξερεύνησης των διαφορών μας. Αυτό αντικατοπτρίζει σε μεγάλο βαθμό αυτό που ένιωσα καθώς διάβαζα το «Commonwealth»iii: μια αίσθηση πολύ στενής εγγύτητας των ανησυχιών σου με τις δικές μου, ένα συναίσθημα ότι περπατάμε χέρι-χέρι, μερικές φορές πολύ κοντά, μερικές φορές τραβώντας προς διαφορετικές κατευθύνσεις, παράγοντας μια ακολουθία τρανταγμάτων θαυμασμού, ενθουσιασμού και αγανάκτησης.

Το ερώτημα που θέτεις στο τέλος της επιστολής σου είναι πολύ σωστό γιατί πέφτει κατευθείαν πάνω σε μία από τις κυριότερες ανησυχίες μου κατά την ανάγνωση του «Commonwealth»: το θέμα των θεσμών, το οποίο εσύ και ο Toni τονίζετε πολύ και το οποίο αναπτύσσεις ιδιαίτερα στο τελευταίο μέρος του βιβλίου.

Η έγνοια όλων μας, νομίζω, είναι η ίδια, αλλά η απάντηση που δίνουμε είναι μάλλον διαφορετική. Η ανησυχία που μοιραζόμαστε είναι: πώς μπορούμε να προχωρήσουμε μετά τις εκρήξεις της οργής; Το Αργεντινάσο πριν από σχεδόν δέκα χρόνια, όταν οι άνθρωποι στους δρόμους της Αργεντινής ανέτρεψαν τον έναν μετά τον άλλον πρόεδρο, με την ηχηρή κραυγή του «que se vayan todos» («να φύγουν όλοι»)· το κίνημα της εναλλακτικής παγκοσμιοποίησης και οι μεγάλες διαδηλώσεις ενάντια στις συνόδους κορυφής στο Σιάτλ, το Κανκούν, τη Γένοβα, το Γκλένιγκλς, το Ροστόκ και αλλού· οι εκρήξεις οργής κατά τον τελευταίο χρόνο σε Ελλάδα, Γαλλία, Ιταλία, Βρετανία, Ιρλανδία, και τώρα που γράφω, στην Τυνησία, την Αίγυπτο, την Αλγερία. Σπουδαία. Επευφημούμε, χοροπηδάμε με ενθουσιασμό. Αλλά έπειτα τι; Πώς συνεχίζουμε; Και οι δύο συμφωνούμε ότι η οργή δεν επαρκεί, ότι πρέπει να υπάρξει μια θετική στιγμή. Και οι δύο συμφωνούμε ότι η απάντηση δεν είναι να οικοδομήσουμε το κόμμα και να κερδίσουμε τις επόμενες εκλογές ή να πάρουμε τον έλεγχο του κράτους. Αλλά, αν όχι αυτό, τότε τι; Η απάντηση που δίνεις είναι «Θεσμοποίηση. Δημιουργία θεσμικών οργάνων που θα δώσουν διάρκεια στα επιτεύγματα του κύματος της εξέγερσης». Και θέλω να πω «όχι, όχι, όχι, δεν είναι αυτός ο σωστός δρόμος, αυτό είναι μια επικίνδυνη πρόταση».

Δεν θέλω, βεβαίως, να παρωδήσω αυτό που λες, γιατί υπάρχει μεγάλη φροντίδα και οξύνοια στην επιχειρηματολογία σου. Στην επιστολή σου λες: «Θα ήθελα να προσθέσω ότι πρέπει να δημιουργήσουμε θεσμούς κοινωνικής συνεργασίας, και θα μπορούσες να συμφωνήσεις με αυτό επίσης, εφόσον εξηγώ ότι με τον όρο θεσμούς εδώ δεν εννοώ μια γραφειοκρατική δομή, αλλά μάλλον, όπως οι ανθρωπολόγοι χρησιμοποιούν τον όρο, μια επαναλαμβανόμενη κοινωνική πρακτική, μια συνήθεια, που δομεί τις κοινωνικές σχέσεις». Αλλά όχι, δεν συμφωνώ με αυτό, ακόμη και αν ληφθεί υπόψη η ευρεία αντίληψή σου για τους θεσμούς.

Γιατί δεν συμφωνώ; Πρώτον, επειδή αν και υποστηρίζεις μια ευρεία κατανόηση της θεσμοποίησης, ανοίγεις μια πόρτα ώστε η διάκριση μεταξύ των δύο εννοιών να γίνει ασαφής. Η επαναλαμβανόμενη κοινωνική πρακτική ολισθαίνει εύκολα σε μια γραφειοκρατική δομή και, εκτός εάν δημιουργήσεις μια πολύ σαφή διάκριση μεταξύ των δύο (με τη χρήση διαφορετικών λέξεων, για παράδειγμα), υπάρχει ο κίνδυνος να νομιμοποιήσεις αυτή την ολίσθηση. Στο βιβλίο, η διάκριση είναι σαφής κάποιες φορές, αλλά κάποιες άλλες φαίνεται να εξατμίζεται, όπως στην πρόταση, στη σελίδα 380, που προκαλεί έκπληξη και αμηχανία, ότι ο ΟΗΕ θα μπορούσε να παρέχει ένα παγκόσμιο εγγυημένο εισόδημα (ο νους παγώνει). Η θεσμοποίηση οδηγεί εύκολα σε κρατοκεντρικές πολιτικές - πώς αλλιώς θα μπορούσες ακόμη και να φανταστείς την επίτευξη μιας τέτοιας εγγύησης του ΟΗΕ;

Δεύτερον, διαφωνώ διότι θεσμοποίηση σημαίνει πάντα να προβάλλεις το παρόν στο μέλλον. Ακόμη και με την πλαδαρή έννοια μιας επαναλαμβανόμενης κοινωνικής πρακτικής, δημιουργεί την προσδοκία πως οι νέοι θα πρέπει να συμπεριφέρονται όπως οι γονείς τους (ή τα μεγαλύτερα αδέλφια τους). Αλλά όχι, δεν θα έπρεπε. «Αυτός δεν είναι ο σωστός τρόπος, πρέπει να κάνετε αυτό» είπαν οι βετεράνοι του 1968 στους φοιτητές, στη μεγάλη απεργία της UNAM το 2000, αλλά ευτυχώς (ή όχι) οι φοιτητές δεν έδωσαν καμία προσοχή. Η θεσμοποίηση είναι πάντα μια καθαγίαση της παράδοσης, έτσι δεν είναι; Και αυτό που έγραφε ο Toni χρόνια πριν ότι η παράδοση είναι εχθρός της ταξικής πάλης; Δεν θυμάμαι ακριβώς πού, αλλά θυμάμαι ότι η σκέψη αυτή ήταν θαυμάσια.

Τρίτον, η θεσμοποίηση δεν λειτουργεί, ή τουλάχιστον όχι με τον τρόπο που υπάρχει πρόθεση να λειτουργήσει. Υπάρχει μια ροή αγώνα, μια κοινωνική ροή εξέγερσης (όπως ο φίλος μου Sergio Tischler το τοποθετεί) που δεν μπορεί να ελεγχθεί και που επανειλημμένα σαρώνει θεσμούς που έχουν επινοηθεί για να τη διοχετεύσουν σε μια συγκεκριμένη κατεύθυνση. Η αίσθησή μου είναι ότι δίνεις πολύ μεγάλο βάρος στους θεσμούς, στην αντίληψή σου για την κοινωνία. Μπορεί η αγάπη να θεσμοποιηθεί; Συμφωνώ απόλυτα με την τολμηρή αντίληψή σου για την επαναστατική δύναμη της αγάπης, αλλά τότε πρέπει να αναρωτηθείς, μπορεί η αγάπη να θεσμοποιηθεί; Σίγουρα όχι. Ακόμη κι αν λέμε ότι δεν μιλάμε για μια σύμβαση γάμου, αλλά απλώς για «μια επαναλαμβανόμενη κοινωνική πρακτική, μια συνήθεια», η εμπειρία όλων μας πιθανώς είναι ότι η αγάπη συνεχώς συγκρούεται με τη συνήθεια. Η αγάπη μπορεί να επιβιώσει στο πλαίσιο της επαναλαμβανόμενης κοινωνικής πρακτικής, αλλά μόνο αν κινείται συνεχώς εντός-ενάντια-και-πέρα από αυτήν.

Σκεφτείτε το Παγκόσμιο Κοινωνικό Φόρουμ, τον κύριο θεσμό που έχει προκύψει από το κίνημα της εναλλακτικής παγκοσμιοποίησης. Δεν είμαι ιδιαίτερα αντίθετος με αυτό και νομίζω ότι μπορεί να προσφέρει ένα χρήσιμο και ευχάριστο χώρο συνάντησης, αλλά, σε αντίθεση με τις προθέσεις των περισσότερων συμμετεχόντων, τείνει να προωθήσει μια γραφειοκρατικοποίηση του κινήματος και σίγουρα δεν είναι το κλειδί για την επανάσταση.

Θεσμοποίηση (ευρεία ή στενή) σημαίνει προσπάθεια να τεθεί η ζωή πάνω σε σιδηροτροχιές ή σε λεωφόρους, ενώ εξέγερση είναι η συνεχής προσπάθεια για διάρρηξή τους, η ανακάλυψη νέων τρόπων να κάνουμε πράγματα. Η πρόταση για τη δημιουργία θεσμών, όπως το βλέπω εγώ, λέει ότι οι παλιοί δρόμοι για επανάσταση δεν λειτουργούν πλέον και πρέπει να δημιουργήσουμε νέους δρόμους για εκείνους που μας ακολουθούν, για να περπατήσουμε μαζί. Αλλά σίγουρα δεν είναι έτσι: η επανάσταση είναι πάντα μια διαδικασία δημιουργίας των δικών μας διαδρομών. Το «Se hace el camino al andar» («δημιουργούμε το δρόμο περπατώντας») αποτελεί αναπόσπαστο μέρος της επαναστατικής διαδικασίας. Βλέπω την ίδια την ιδέα της θεσμοποίησης ως μια πτυχή της οργάνωσης της ανθρώπινης δραστηριότητας ως αφηρημένη εργασία, ακριβώς ό,τι αντιπαλεύουμε.

«Πάρα πολύ εύκολο», μπορείς να πεις και ασφαλώς θα είχες δίκιο. Δεν χρειάζεται κάποια μορφή κοινωνικής οργάνωσης; Βεβαίως, αλλά οι δικές μας μορφές οργάνωσης, οι μορφές οργάνωσης που δείχνουν προς μια διαφορετική κοινωνία, δεν μπορεί να θεωρούνται σταθερές. Έχουμε ιδέες και αρχές και εμπειρίες και κατευθύνσεις που είναι περισσότερο ή λιγότερο κοινές στα κινήματα ενάντια στον καπιταλισμό, αλλά δεδομένου ότι εμείς οι ίδιοι, οι πρακτικές και οι ιδέες μας είναι τόσο σημαδεμένες από την κοινωνία ενάντια στην οποία αγωνιζόμαστε, οι μορφές οργάνωσης δεν μπορεί παρά να είναι πειραματικές, μια διαδικασία κίνησης μέσω δοκιμών και λαθών και αναστοχασμού.

Αλλά δεν χρειάζεται μια συνάντηση των ρωγμών; Ναι, και νομίζω ότι αυτό είναι ένα θέμα που δεν έχει διερευνηθεί επαρκώς στο βιβλίο μου. Θα ήθελα να αναπτύξω περαιτέρω σε κάποιο σημείο το θέμα της συμβολής των ρωγμών, τόσο όσον αφορά το οραματικό φώτισμα των πυρκαγιών όσο και την πρακτική οργάνωση της συνεργασίας. Αλλά δύο πράγματα. Πιστεύω ότι ο θεσμικός τρόπος σκέψης είναι πιθανώς ένα εμπόδιο για να δούμε την πρακτική και τις δυνατότητες αυτής της συμβολής. Και δεύτερον, είναι σημαντικό να σκεφτούμε τη συμβολή ως μια διαρκώς πειραματική κίνηση από το συγκεκριμένο, όχι μια χαρτογράφηση του μέλλοντος που κινείται από την ολότητα, όπως νομίζω ότι είναι η τάση στο βιβλίο σου. Είμαστε στις ρωγμές και ωθούμε από εκεί. Το πρόβλημά μας είναι να διαρρήξουμε και να κινηθούμε παραπέρα, όχι να ανεγείρουμε ένα εναλλακτικό σύστημα διακυβέρνησης. Μπορούμε να προσπαθήσουμε να ακολουθούμε τις πρακτικές των υπαρχόντων κινημάτων, κριτικάροντάς τα και βλέποντας πώς η συμβολή επιτυγχάνεται ή όχι, αλλά δεν μπορούμε να θεσπίσουμε ένα μοντέλο για το μέλλον.

Η αξιοπρέπεια είναι ένας γρήγορος χορός, δείχνω στο βιβλίο. Αλλά η αμφιβολία που προκύπτει είναι ότι ίσως δεν είμαστε σε θέση για τέτοια ευκινησία. Ίσως είμαστε ικανοί μόνο για να κινούμαστε πιο αργά. Ίσως χρειαζόμαστε θεσμούς σαν πατερίτσες, έτσι ώστε να μπορούμε να στερεώνουμε κάθε βήμα που κάνουμε. Πιθανόν να είναι έτσι, αλλά ακόμη και τότε η μάθηση του περπατήματος είναι το πέταμα της πατερίτσας. Προδίδουμε τους εαυτούς μας αν δεν συνδέσουμε την ανατροπή με τη θεσμοποίηση. Αν πρέπει να θεσμοποιήσουμε, τότε θα πρέπει να ανατρέψουμε τους δικούς μας θεσμούς ταυτόχρονα. Αυτό είναι παρόμοιο με το ζήτημα της ταυτοποίησης. Στο «Change the World» δέχομαι ότι μπορεί μερικές φορές να είναι σημαντικό να επιβεβαιώσουμε την ταυτότητά μας, αλλά μόνο αν την ανατρέψουμε ή προχωρήσουμε πέρα από αυτήν ταυτόχρονα, και αυτό που εσύ και ο Toni λέτε στη δική σας συζήτηση περί ταυτότητας είναι παρόμοιο. Θεσμοποιώ-και-ανατρέπω, λοιπόν, είναι μια διατύπωση που θα έβρισκα πιο ελκυστική, αλλά και πάλι δεν μου αρέσει. Η θεσμοθέτηση μπορεί να είναι αναπόφευκτη μερικές φορές, αλλά στην ένταση μεταξύ θεσμοθέτησης και ανατροπής έχουμε ήδη λάβει θέση. Η σκέψη είναι ανατροπή. Σκέφτομαι σημαίνει προχωράω παραπέρα, όπως λέει ο Ernst Bloch - τον οποίο αναφέρεις πολλές φορές στο βιβλίο, αλλά ο Toni αλλού χαρακτηρίζει, ασυγχώρητα, ως αστικό φιλόσοφο (Antonio Negri, «Time for Revolution», 2003, σ.. 109).

Η δημοσίευση, φυσικά, είναι μια μορφή θεσμοποίησης και συμμετέχω ενεργά σε αυτήν. Δημοσιεύοντας τα επιχειρήματά μου, τους δίνω στερεότητα. Αλλά ίσως αυτή η ανταλλαγή επιστολών αποτελεί μια προσπάθεια των δυο μας να ανατρέψουμε αυτή τη θεσμικότητα: ο σκοπός δεν είναι να υπερασπιστούμε τις θέσεις που έχουμε λάβει, αλλά να προκαλέσουμε ο ένας τον άλλον για να προχωρήσουμε πέρα από όσα έχουμε ήδη γράψει.

Και στη συνέχεια, ένα αναπόφευκτο θέμα, αν μιλάμε για θεσμούς: τι μπορώ να πω για τον τίτλο του τελευταίου κεφαλαίου σου - «Κυβερνώντας την Επανάσταση»; Ένα τρομακτικό οξύμωρο; Μια σκληρή αυθάδης πρόκληση; Ή μήπως είναι μια σοβαρή πρόταση; Στο βαθμό που φαίνεται να είναι μια σοβαρή πρόταση, σίγουρα με προκαλεί και με τρομάζει. Αυτό που με αναστατώνει είναι ότι η φράση υποδηλώνει ένα διαχωρισμό μεταξύ διακυβέρνησης και επανάστασης, ενώ για μένα επανάσταση είναι η κατάργηση αυτού του διαχωρισμού. Το «κυβερνώντας την επανάσταση» αμέσως με κάνει να αναρωτηθώ ποιος, ποιος πρόκειται να την κυβερνήσει; Ακριβώς όπως η δήλωσή σου στη σελ. 377 ότι «οι άνθρωποι είναι εκπαιδεύσιμοι» με τρομάζει επίσης, για το ποιος πρόκειται να κάνει την εκπαίδευση; Ποιος θα κυβερνήσει την επανάσταση, ποιος θα εκπαιδεύσει τους ανθρώπους; Εάν λες ότι μιλάμε για αυτο-κυβέρνηση, τότε εντάξει, αλλά γιατί δεν μιλάμε τότε για τις οργανωτικές μορφές της αυτοδιάθεσης, κατανοώντας ότι αυτοδιάθεση σημαίνει μια διαδικασία αυτο-εκπαίδευσης, αυτο-μεταμόρφωσης; Αλλά αν αναδιατυπώσουμε το ζήτημα έτσι, τότε αμέσως πρέπει να πούμε ότι οι οργανωτικές μορφές της αυτοδιάθεσης είναι αυτο-καθορισμός και ως εκ τούτου δεν μπορεί να θεσμοποιηθεί.

Επίτρεψέ μου να ανοίξω ένα δεύτερο μέτωπο ανησυχίας. Δημοκρατία. Θέτεις στο κέντρο της συζήτησης για την επανάσταση την πάλη για τη δημοκρατία. Η κατάργηση του καπιταλισμού μπαίνει σε δεύτερη μοίρα, κατά κάποιον τρόπο, και αυτό με μπερδεύει. Διατυπώνεις την επιχειρηματολογία στο κεφάλαιο 5.3 όσον αφορά ένα πρόγραμμα για τη σωτηρία του κεφαλαίου και στη συνέχεια λες ότι δεν είναι ότι έχεις εγκαταλείψει την ιδέα της επανάστασης, αλλά ότι επεξεργάζεσαι μια διαφορετική αντίληψη της μετάβασης. Δεν έχω ξεκαθαρίσει τι εννοείς με αυτή τη διαφορετική αντίληψη της μετάβασης. Ακούγεται σχεδόν σαν ένα πρόγραμμα μεταβατικών διεκδικήσεων, ένα σχέδιο επίτευξης της αντι-καπιταλιστικής επανάστασης μέσω του αγώνα για μια δημοκρατία που ξέρουμε (αλλά δεν λέγεται ανοιχτά) ότι είναι ασυμβίβαστη με τον καπιταλισμό. Ο κίνδυνος είναι ότι όσο περισσότερο μιλάς για δημοκρατία και λιγότερο για τον καπιταλισμό, τόσο περισσότερο το συνολικό ζήτημα της επανάστασης ξεθωριάζει. Μου φαίνεται πολύ πιο απλό να ξεκινήσεις αντίστροφα, λέγοντας: ο καπιταλισμός είναι μια καταστροφή, πώς μπορούμε να απαλλαγούμε από αυτόν;

Η επιστολή αυτή είναι υπερβολικά μεγάλη. Υπαιτιότητά σου, φυσικά, λόγω της συγγραφής ενός τέτοιου διεγερτικού βιβλίου. Περιμένω τις απαντήσεις σου.
Τις καλύτερες ευχές μου,
John

---------------
1). John Holloway, Ρωγμές στον καπιταλισμό, μετάφραση Άννα Χόλογουεη, εκδόσεις Σαββάλας, 2011
2). John Holloway, Ας αλλάξουμε τον κόσμο χωρίς να καταλάβουμε την εξουσία, μετάφραση Άννα Χόλογουεη, εκδόσεις Σαββάλας, 2006
iiiMichael Hardt – Toni Negri, Commonwealth, Harvard Univercity Press, 2009

Ο John Holloway είναι καθηγητής στο Instituto de Ciencias Sociales y Humanidades του Benemerita Universidad Autonoma de Puebla στο Μεξικό.

Ο Michael Hardt είναι καθηγητής Λογοτεχνίας στο Duke University, στις ΗΠΑ, και έχει δημοσιεύσει πολλά βιβλία, συμπεριλαμβανομένων των «Empire» και «Commonwealth», μαζί με τον Antonio Negri.

Μετάφραση: Κ.Χ.
Πηγή: Shift Magazine, τεύχος 14

Επαναστατικοποιώντας την παραγωγή, για την ανθρωπότητα και τον πλανήτη (αναδημοσίευση)


Δημοσιεύτηκε στο Kasama on April 24 του Mike Ely, μετάφραση Κώστας Μπατής


Δημοσιεύτηκε στο Kasama on April 24 του Mike Ely, μετάφραση Κώστας Μπατής
Σημείωση: Ο Mike Ely είναι ο ιδρυτής και συντάκτης του Kasama Project, μια ιστοσελίδα και δίκτυο αφιερωμένη στη δημιουργία ενός κομμουνιστικού κινήματος στις ΗΠΑ. Τα περισσότερα μέλη του προέρχονται από το Μαοϊκό κίνημα, αλλά η συζήτηση είναι αρκετά ανοικτή σε όλους, χωρίς τους δικούς μας εγχώριους σεχταρισμούς. Διαφωνώ με κάποια σημεία, αλλά θεώρησα ότι άξιζε να μεταφραστεί κυρίως λόγο των θεμάτων που θίγει.

Υπάρχει μια γόνιμη αντιπαράθεση στο Kasama μεταξύ τωνKeith and Stephanie, στην οποία δεν θα αναφερθώ, αλλά θα απαντήσω στα θέματα που τέθηκαν. Θεωρώ ότι υπάρχουν κάποιες αντιφάσεις στην θεωρία μας, και στις επιλογές που αντιμετωπίζει η ανθρωπότητα σήμερα. Ένας ορίζοντας πέρα από την λιτότητα και την ανισότητα.
Πρώτον: Οι άνθρωποι υποφέρουν, δυστυχώς, από την φτώχεια και την ανισότητα. Είναι άσχημο να είσαι φτωχός. Βλέπουμε τα παιδιά μας να πεινούν και να πεθαίνουν από την πείνα ακόμη και μπροστά στα μάτια μας - νεογέννητα να πεθαίνουν από αφυδάτωση λόγο μολυσμένου νερού. Βλέπουμε ένα κόσμο αγαθών, ανακαλύψεων και ταξιδιών, και την ίδια στιγμή (λόγω τεράστιας φτώχιας) σε αδιέξοδη, επαναλαμβανόμενη, κακοπληρωμένη εργασία, που είναι εξωφρενικό - ιδιαίτερα αν λάβουμε υπόψη ότι για δισεκατομμύρια ανθρώπους δεν υπάρχει διέξοδος.
Δεύτερoν: Η σύγχρονη παραγωγή επιτρέπει (για πρώτη φορά στην ιστορία) μια κοινωνία αφθονίας για όλους. Στο παρελθόν η φτώχεια και η πείνα ήταν αποτέλεσμα της αδυναμίας της ανθρωπότητας να αντιμετωπίσει αποτελεσματικά την φύση - μια περιορισμένη ικανότητα να θριαμβεύσει πάνω σε ένα βραχώδες έδαφος, σε ένα καταστροφικό τυφώνα, μια λοίμωξη, ή ξηρασία.

Σήμερα όμως, η συνεχής ύπαρξη της πείνας και της φτώχειας είναι αποτέλεσμα της σύγχρονης εξωφρενικής και άδικης οργάνωσης της ταξικής κοινωνίας - η ύπαρξη της είναι η αιτία μιας δύσκολης ζωής για την πλειοψηφία της ανθρωπότητας. Εναλλακτικές δυνατότητες είναι πλέον δυνατές (αμοιβαία ανάπτυξη, ριζικά νέες μορφές ισοπολιτείας, ένας ριζικός αναπροσανατολισμός των πλεονασμάτων παραγωγής προς την επίλυση των τεραστίων ιστορικών/κοινωνικών προβλημάτων που αντιμετωπίζουν οι άνθρωποι στον πλανήτη).

Η ταξική φύση είναι εμφυτευμένη στην παραγωγή
Η ύπαρξη της καταστροφής των βουνοκορφών για εξόρυξη είναι συνδεδεμένη με την καπιταλιστική παραγωγή και την καπιταλιστική λογική και καπιταλιστικές αποφάσεις. Η παραγωγή (η μορφή της, ο αντίκτυπός της, ακόμη κι η φυσική μηχανική της) είναι βαθιά σημαδεμένη από την ταξική κοινωνία μέσα από την οποία αναδύεται.
Τρίτον: Η μορφή της σύγχρονης παραγωγής (και κατανάλωσης) είναι έντονα διαποτισμένη από την ταξική φύση της κοινωνίας που τις παρήγαγε. Δεν μας απασχολεί μονάχα το γεγονός ότι το υπέρ-προϊόν της παραγωγής αλλοτριώνεται από τους εκμεταλλευτές (τους κατόχους του κεφαλαίου). Ολόκληρη η διαδικασία παραγωγής (οι μορφές, οι εισροές, ο σκοπός, οι εκροές, τα αποτελέσματα της, η φυσική μηχανική, η κοινωνική διάρθρωση της ιεραρχίας και των τιμωριών) είναι διαποτισμένη από την ταξική κοινωνία μέσα από την οποία ανήλθε.

Αυτό αποτελεί μια πολύ σημαντική πτυχή για την κατανόηση της βιωσιμότητας του σοσιαλισμού που θα πρέπει να φέρει επανάσταση στα κληρονομημένα πρότυπα της παραγωγής και κατανάλωσης.
Μια από τις σημαντικές συνεισφορές της Μεγάλης Προλεταριακής Πολιτιστικής Επανάστασης είναι η ανάδειξη του γεγονότος ότι η μορφή της παραγωγής σχετίζεται με την κατεύθυνση που ακολουθείται είτε προς στον καπιταλισμό είτε προς στον κομμουνισμό.

Κάποια παραδείγματα:
Η ίδια η αρχιτεκτονική των κεφαλαιοκρατικών εργοστασίων απαιτεί μια συγκεκριμένη μορφή ιεραρχίας - που εμποδίζει τις σοσιαλιστικές/κομμουνιστικές σχέσεις μέσα στην παραγωγή.

Στην Κίνα, τα εργοστάσια, τα λιμάνια, τα ναυπηγεία, τα αγροτικά χωριά έπρεπε να οικοδομηθούνε διαφορετικά (με αίθουσες συνεδριάσεων, ανοιχτούς χώρους, καφετέριες, διαρθρωτικές αλλαγές τέτοιες ώστε οι εργαζόμενοι να συμμετάσχουν πραγματικά στη δική τους υποτιθέμενη “εξουσία” στην κοινωνία).

Η ίδια η φύση της κεφαλαιοκρατικής γραμμής παραγωγής συχνά προϋπέθετε ότι οι εργάτες είναι γρανάζια της παραγωγής (και δεν θα συνεδριάζουν για να βγάλουν αποφάσεις). [Η παραγωγή] έχει διαμορφωθεί έτσι ώστε μπορούμε να πούμε πως η “εργασιακή ζωή” των εργατών είναι επαναλαμβανόμενη, μη δημιουργική, και κυριαρχούμενη. Αρκεί να σκεφτούμε, πως ένα εργοστάσιο υφασμάτων στο Μπαγκλαντές θα πρέπει να φτιαχτεί διαφορετικά για να εξυπηρετήσει την επαναστατική προοπτική (θα υπάρχουν κέντρα φροντίδας; Ένα σχετικό με το αντικείμενο κολέγιο; Θα υπάρχει επεξεργασία λυμάτων; Ή πλατφόρμες για δημόσιες ομιλίες στο κτίριο παραγωγής;). 

Η ταξική φύση είναι πιο εμφανής στις κοινωνικές δομές της κεφαλαιοκρατικής παραγωγής (ιεραρχία, επιβεβλημένη υπακοή, απειλή απόλυσης, εμπειρογνώμονες, στελέχη που εκπαιδεύονται στην καπιταλιστική αποτελεσματικότητα, “την προσοχή προς το αποτέλεσμα”, αναπαραγωγή “της γραμμής χρώματος”, εγγενής διαχωρισμούς μεταξύ των μονάδων και της κοινότητας, μεταξύ της εργασίας και της εκπαίδευσης, οι υποθέσεις των «υποκαταστάσεων», η λειτουργία των εναλλασσόμενες βάρδιες, κ.λπ. κ.λπ.)

Αλλά δεν θα προχωρήσει αρκετά η σοσιαλιστική επανάσταση χωρίς να αντιλαμβανόμαστε ότι η ταξική φύση είναι ενσωματωμένη στον τρόπο που έχουν σχεδιαστεί οι μηχανές ή στις υποθέσεις των κληρονομούμενων διαδικασιών. Την παραγωγή (συμπεριλαμβανομένων των φυσικών δυνάμεων) θα την κληρονομήσουμε από την ταξική κοινωνία. Εδώ θα συζητήσουμε τις περιβαλλοντικές επιπτώσεις της καπιταλιστικής παραγωγής (και το παράλληλο έγκλημα της συνέχισης των κεφαλαιοκρατικών μεθόδων στις περισσότερες σοσιαλιστικές κοινωνίες του παρελθόντος).

Το γεγονός ότι υπάρχουν πολλοί δίαυλοι επικοινωνίας μεταξύ των διευθύνοντων συμβούλων στην βιομηχανία, αλλά περιορισμοί επικοινωνίας στους αγρότες στα χωράφια λέει πολλά για τον τρόπο που παίρνονται οι αποφάσεις, από ποιόν και γιατί.

Το παράδειγμα του γαιάνθρακα
Ας δούμε ένα παράδειγμα που γνωρίζω καλά:
Το κάρβουνο (γαιάνθρακας) καθεαυτό δεν είναι ταξικό. Είναι απλά ένα ορυκτό του εδάφους.
Αλλά τα πάντα στην παραγωγή και κατανάλωση του κάρβουνου είναι σημαδεμένη από τις τάξεις (και την ταξική πάλη) και (στην σημερινή κοινωνία) ιδιαίτερα διαποτισμένη από την κεφαλαιοκρατική φύση των αποφάσεων πάνω στην παραγωγή.

Ένα παράδειγμα είναι η εξόρυξη μέσω της καταστροφής των βουνοκορφών - όπου, επί κεφαλαιοκρατίας είναι “κερδοφόρο” να καταστρέφεις το βουνό για την εξόρυξη γαιάνθρακα, απλώς αφαιρώντας την κορυφή του βουνού. Αυτό καταστρέφει κάτι μη αντικαταστήσιμο (και φέρνει στον νου την λέξη “επικαρπωτές” - δηλαδή, θα πρέπει να είμαστε διαχειριστές του κόσμου γύρω μας, και να χρησιμοποιούμε τους καρπούς του με βιώσιμο τρόπο). Ο λόγος είναι απλός: υπό τις τρέχουσες συνθήκες της αγοράς, μια ίντσα άνθρακα μπορεί να γίνει με την αφαίρεση ενός ποδιού βράχου. Έτσι αν ο γαιάνθρακας είναι 30 ίντσες (κάτι που είναι αδύνατο να εξορύξεις επικερδώς με υπόγειες τεχνικές) οι εταιρίες γαιάνθρακα μπορούν “επικερδώς” να αφαιρέσουν την κορυφή του βουνού σε κατά μέσο όρο 30 πόδια ύψος.

Ο Καρλ Μαρξ αναφέρει “Ακόμα και μια ολόκληρη κοινωνία, ένα έθνος, μάλιστα όλες οι σύγχρονες κοινωνίες μαζί παρμένες, δεν είναι ιδιοκτήτες της γης. Είναι απλώς οι κάτοχοι της, οι επικαρπωτές της, και οφείλουν σαν boni patres familias [αρχηγοί των οικογενειών] να την κληροδοτήσουν βελτιωμένη στις επόμενες γενεές" (Κεφάλαιο τόμος 3 σελ 952 εκδόσεις Σύγχρονη Εποχή).
Η εξόρυξη γαιάνθρακα φέρνει το στίγμα αίματος των εργαζομένων. Στο ορυχείο στο οποίο δούλευα 3 εργάτες βρήκαν τον θάνατο τους. Ακόμα άνθρωποι έβγαιναν τραυματισμένοι καθημερινά. Βλέποντας τους γηραιότερους εργάτες να ετοιμάζονται για δουλειά (αργά και οδυνηρά) βάζοντας δικτυώματα, στηρίγματα, και ψεύτικα πόδια. Έβλεπες να λείπουν δάχτυλα ή να υπάρχουν μεγάλες ουλές. Η κεφαλαιοκρατική εξόρυξη γαιάνθρακα χρησιμοποιεί τους ανθρώπους ως πρώτη ύλη. 

Ας το πούμε ξανά: αυτό εκφράζεται στο “πως λειτουργούν τα ορυχεία” (δηλαδή, τι διαδικασίες υπάρχουν που, πως εκπαιδεύονται τα αφεντικά, τι θεωρείται “ασφαλές”, πως παίρνονται οι αποφάσεις), αλλά είναι ήδη ενσωματωμένο στην ίδια την φύση της παραγωγικής διαδικασίας, η οποία έχει αναπτυχθεί και μορφοποιηθεί εδώ και έναν αιώνα από τον καπιταλισμό.

Δεν πρόκειται λοιπόν η σοσιαλιστική κοινωνία απλώς να αναλάβει την παραγωγική διαδικασία που κληρονόμησε από τον καπιταλισμό, και να χρησιμοποιήσει το προϊόν και υπερπροϊόν όπως το διαχειριζόμαστε τώρα. Η ίδια η παραγωγή έχει ταξικό χαρακτήρα.

Επιπροσθέτως: Υπάρχουν ολόκληροι κλάδοι της βιομηχανίας όπου η επέκταση και η ίδια τους η ύπαρξη αντανακλά τις αποφάσεις του καπιταλισμού. Η άρχουσα τάξη είχε, από τα χρόνια του Αϊζενχάουερ ( από τον Β’ΠΠ οι ΗΠΑ ελέγχουν το πετρέλαιο στην Μέση Ανατολή), αποφασίσει να χτίσει ένα σύστημα λεωφόρων με την επέκταση των προαστίων (όχι σιδηροδρομικού συστήματος, και όχι συμπαγής πόλεις)

Δεν είναι μονάχα το κυνήγι του κέρδους χαρακτηριστικό του καπιταλισμού - αλλά ολόκληρη η διάρθρωση της κοινωνίας, η ίδια η παραγωγή προϊόντων αντανακλά κεφαλαιοκρατικές αξίες και προτεραιότητες (συμπεριλαμβανομένου του ρατσισμού και τον αγώνα των λευκών)

Η σοσιαλιστική κοινωνία πρέπει να αναστοχάζεται και να μεταλλάσσεται

Ο τρόπος με τον οποίο παράγεται και χρησιμοποιείται η ενέργεια στις ΗΠΑ είναι ένα εμφανώς καταστροφικός (και περιφρονεί τις μελλοντικές ανάγκες της ανθρωπότητας). Οι ΗΠΑ κάνουν διπλάσια περίπου χρήση ενέργειας σε σχέση με την ιμπεριαλιστική Ευρώπη (όπου συναντάμε παρόμοιο τρόπο ζωής).

Ο γαιάνθρακας στις ΗΠΑ χρησιμοποιούνταν για τους σιδηροδρόμους (ως καύσιμο) και στη χαλυβουργία (ως συστατικό οπτάνθρακα (κοκ)) - σήμερα μετατρέπεται σε σκόνη και μεταφέρεται κυρίως στους σταθμούς παραγωγής ηλεκτρικής ενέργειας. Έτσι λοιπόν, δεν είναι μονάχα η συνθήκες παραγωγής κεφαλαιοκρατικές, αλλά και ο σκοπός της παραγωγής, και οι τρόποι κατανάλωσης διαφόρων εμπορευμάτων κλπ.

Οι κομμουνιστές έχουν συχνά γράψει πως δεν μπορούμε απλά να καταλάβουμε το υπάρχον κράτος και να το χρησιμοποιήσουμε για τους σκοπούς μας.

Παρόμοια λογική είναι σωστή και για την παραγωγή - δεν μπορούμε απλά να επανακαταλάβουμε τον παραγωγικό μηχανισμό αυτής της κοινωνίας και να τον χρησιμοποιήσουμε για τους σκοπούς μας. Η παραγωγική διαδικασία καθαυτή χρειάζεται ριζοσπαστική κριτική, ανατροπή και μετατροπή από τους ίδιους τους εργαζομένους, με ταυτόχρονη διατήρηση και ανάπτυξη μιας λειτουργικής οικονομίας.
Στην θεωρία της πολιτιστικής επανάστασης, ειπώθηκε (από τους επαναστάτες κομμουνιστές) ότι η ταξική φύση της διαδικασίας παραγωγής καθορίζεται σε τρία επίπεδα:

Στο επίπεδο της ιδιοκτησίας (και όχι μονάχα της νομικής μορφής, αλλά πραγματικής ιδιοκτησίας: πράγμα που σημαίνει πως αν τα πάντα είναι κρατικά, ποιος πραγματικά ελέγχει το κράτος;)

Στο επίπεδο των σχέσεων μέσα στην παραγωγή (δηλαδή πως η ίδια η εργασία οργανώνεται, και πόσο είναι ανεπτυγμένη είναι η συνείδηση των εργατών και η πολιτικής τους δύναμη).

Στο επίπεδο των σχέσεων διανομής (δηλαδή πως οι μισθοί και τα προϊόντα διαμοιράζονται, και ποιόν αυτή η ανταλλαγή υπηρετεί)

Η αντίληψη αυτή είναι πολύ διαφορετική από τις παλαιότερες, προηγούμενες, ιδέες μεταξύ των κομμουνιστών - που πίστευαν (μονόπλευρα, έστω και αφελώς) ότι η κρατική ιδιοκτησία διευθύνει τον σοσιαλιστικό χαρακτήρα της παραγωγής. Αντίθετα, οι κομμουνιστές κατά τη διάρκεια της πολιτιστικής επανάστασης, είπαν ότι πρέπει να δούμε αν η κοινωνική ιδιοκτησία (διαμέσου της κρατικοποίησης) είναι αληθινή ή ψευδής - δηλαδή ποιος είναι ο ιδιοκτήτης του κράτους με μια στενότερη έννοια; Είναι το κράτος ακόμα επαναστατικό προπύργιο των κομμουνιστών στον συνεχή μετασχηματισμό;

Αλλά πέραν αυτού, υποστήριξαν ότι η ιδιοκτησία μονάχα (ακόμα και από ένα σοσιαλιστικό κράτος) δεν εγγυάται σοσιαλιστικές σχέσεις παραγωγής - και ότι είναι σημαντικό να δούμε πως λειτουργούσε η ίδια η τοπική παραγωγή (ποια γραμμή είναι στη διοίκηση), ποιους ευρύτερους σκοπούς εξυπηρετεί η διανομή των προϊόντων. Αυτή είναι μια αρκετά ριζοσπαστική άποψη - και παρέχει μια νέα απάντηση στις δυνάμεις που εδώ και χρόνια θεωρούν πως ο “εργατικός έλεγχος” στο εργοστάσιο είναι το κλειδί για την διατήρηση του πραγματικού και διαρκούς επαναστατικού μετασχηματισμού.

Πρέπει να βλέπουμε περισσότερα από απλώς την ιδιοκτησία στην παραγωγική διαδικασία (και όχι απλά που πάει η υπεραξία), αλλά ακόμα τι παράγεται, πως παράγεται, και τι εξυπηρετεί γενικά.
Μου φαίνεται αναπόφευκτο ότι μια μη ιμπεριαλιστική βόρεια Αμερική θα έχει ριζικά διαφορετική καταναλωτική συμπεριφορά. Αρκετά διαφορετική παραγωγή προϊόντων και υπηρεσιών. Ριζικά διαφορετικές περιβαλλοντολογικές επιπτώσεις. Ριζικά διαφορετικές αξίες και επιδιώξεις ανάμεσα στον κόσμο.

Ο Rudolf Bahro είχε πει (σε ελεύθερη μετάφραση): “Ο Schiller πήγε μονάχα μια φορά στη ζωή του στην Ρώμη, αλλά του έμεινε αξέχαστη. Γιατί θα πρέπει κάθε διευθύνων σύμβουλος της Γερμανίας να πηγαίνει στην Σρι Λάνκα ή στις παραλίες της Βόρειας Αφρικής κάθε χειμώνα;”

Ομοίως, το γεγονός ότι μπορούμε να αγοράσουμε ορχιδέες (ή κοκαΐνη) από την Κολομβία σε κάθε γειτονιά, ή ότι τα φρούτα έχουν προέλθει από οπουδήποτε (ανεξάρτητα από την τοπική καλλιεργητική περίοδο τους) σχετίζεται με τον ιμπεριαλισμό. Δεν υπάρχει τίποτε ηθικά κακό με το να τρώμε μπανάνες κάθε μέρα - αλλά υπάρχει πρόβλημα με τη δομή των παγκοσμίων σχέσεων που φέρνουν μπανάνες σε κάθε μπακάλικο στις ΗΠΑ και κάνει τα προϊόντα που έρχονται από μακριά μη-εξωτικά.

Τι θα σημαίνει ένα μειωμένο “αποτύπωμα άνθρακα” στην τιμή του βοδινού κρέατος και το επίπεδο κατανάλωσης); Αλλά δεν μπορώ να φανταστώ ότι η επανάσταση δεν θα σημαίνει σημαντικές αλλαγές - και όχι μονάχα επειδή η επανάσταση θα προκαλέσει προσωρινή διατάραξη των πολύπλοκων κυκλωμάτων του εμπορίου. Αυτό συνδέεται με την ερώτηση “πως θα έμοιαζαν η Γουατεμάλα και το Πουέρτο Ρίκο αν δεν κυριαρχούνταν από τις ΗΠΑ - το φτηνό μηχανοποιημένο σιτάρι της, και τις αποφάσεις που πάρθηκαν από την οικονομία και το κεφάλαιο;”

Ναι, για να επιστρέψω στο αρχικό μου επιχείρημα, έχουμε μια σημαντική δυνατότητα να παρέχουμε αφθονία προϊόντων στους ανθρώπους του που σήμερα πεινάνε, υποσιτίζονται, δεν έχουν καθαρό νερό ή περίθαλψη, είναι υπό-εκπαιδευμένοι, οικονομικά κατεστραμμένοι, αποκομμένοι από την πληροφορία και την επικοινωνία κλπ.

Έχω στο μυαλό μου την εικόνα μιας νεαρής κοπέλας από την ορεινή περιοχή της νότιας Ασίας, που περνά τις ημέρες της μεταφέροντας το νερό του ποταμού στο χωριό της, για να απορροφηθεί στο στομάχι της σεξουαλικής δουλείας σε κάποια αστική περιοχή - αν η επανάσταση μας δεν αλλάξει τις επιλογές της και το χωριό της, τότε δεν θα είναι καθόλου επανάσταση.

Κατά κάποιο τρόπο, η μεγάλη δύναμη των παραγωγικών δυνάμεων (που δημιουργήθηκε κάτω από τον καπιταλισμό) θα το καταστήσει αυτό δυνατό με ένα κυριολεκτικά πρωτοφανή τρόπο. (ΤΙ θα σήμαινε για τις νέες γυναίκες να έχουν αντλίες νερού σε τέτοια χωράφια, με τον ελεύθερο χρόνο τους, και η άρδευση να κάνει τα χωράφια τους πιο παραγωγικά; Τι θα σήμαινε αν τα πλεονάσματα σε παγκόσμια κλίμακα και όχι μόνο δεν άφηνε απλώς αυτές τις περιοχές, αλλά δημιουργούσε ανάπτυξη και τις εξυπηρετούσε;) 

Αλλά την ίδια στιγμή η κομμουνιστική επανάσταση θα μετασχηματίσει ριζικά και την παραγωγή (μέθοδοι, σκοποί, εκροές, γεωγραφική διανομή) - ή αλλιώς η επανάσταση δεν θα είναι ούτε κομμουνιστική ούτε απελευθερωτική.

Αργεντινή: Πικετέρος και Ανταλλακτικό εμπόριο (αναδημοσίευση)


Το παρακάτω κείμενο αποτελεί μια σύντομη παρουσίαση για τους «Αγώνες στην Αργεντινή» του πραγματοποιήθηκε πάνω στη γενικότερη θεματική «Κρίση και Αγώνες εναντίον της» την Άνοιξη του 2010 μέσα στα πλαίσια της ΣΚΥΑ. Η πολιτική στόχευση της εν λόγω θεματικής (όπως είχε τεθεί από τη ΣΚΥΑ) ήταν αφενός να κάνει μια πρώτη διερεύνηση του τί σημαίνει καπιταλιστική κρίση για δική μας κατανόηση και αφετέρου να αναζητηθούν οι απαντήσεις που επιχειρήθηκαν να δοθούν από τα κινήματα που αναδύθηκαν μέσα σε αυτήν τη συνθήκη. Σε αυτό το πλαίσιο πραγματοποιήθηκε μια σειρά παρουσιάσεων και το κείμενο που παρατίθεται παρακάτω αποτελεί το δεύτερο μέρος της παρουσίασης της 15ης Μαίου του 2010 για τους «Πικετέρος και το θεσμό του Ανταλλακτικού Εμπορίου».
Αναδημοσίευση από http://skya.espiv.net/

Πικετέρος (Piqueteros)

Θα αναφερθώ σε κάποιες από τις κυρίαρχες μορφές δράσης των πικετέρος και σε κάποια από τα χαρακτηριστικά του κινήματος αυτού, που έπαιξε σημαντικό ρόλο στην προ-αργεντινάτζο εποχή.

Οι πικετέρος αποτελούνται από τα τμήματα εκείνα της εργατικής τάξης που πετιούνται στο δρόμο εξαιτίας των μέτρων ιδιωτικοποίησης του ΔΝΤ. Είναι οι εργάτες της βαριάς βιομηχανίας που στις αρχές του 90 οδηγούνται μαζικά στην ανεργία. Κύρια μονάδα στρατολόγησής τους είναι οι άνεργοι. Ουσιαστικά, ο τρόπος οργάνωσής τους μέσω των συνελεύσεων βάσης γειτονιών, αποτελεί απάντηση στη διάλυση των σωματείων τους και τη γραφειοκρατικοποίηση των συνδικάτων. Πιο συγκεκριμένα, πρώτα εμφανίζονται μικρές ομάδες από piqueteros, που σε πρώτο επίπεδο οργανώνονται στις γειτονιές τους. Εν συνεχεία, οι μικρές ομάδες υπάγονται σε μεγαλύτερες «συντονιστικές» ομάδες, που κι αυτές με τη σειρά τους υπάγονται σε μια από τις 4 μεγάλες συνομοσπονδίες των piqueteros (στις οποίες μετέχουν και κόμματα της εξωκοινοβουλευτικής αριστεράς. Δεν είναι τυχαίο πως ήταν κάποιοι από αυτούς τους πικετέρος καταδίκασαν την εξέγερση του 2001). Για την ακρίβεια υπάρχουν διάφοροι πόλοι μέσα στο κίνημα των πικετέρος (οι επηρεαζόμενοι από τα κόμματα της εξωκοινοβουλευτικής αριστεράς έχουν και διαφορετική τακτική στην αντιμετώπιση των αποκλεισμών όπως θα δούμε). Πάντως, μετά από τις πρώτες επιτυχίες, έγινε εισβολή των επίσημων σωματείων στο κίνημα των piqueteros.
Η δράση των πικετέρος ξεκινά στις αρχές του 90 και μέσα σε δέκα χρόνια συνεχούς παρουσίας στο δρόμο συμμετείχαν σε περίπου 8οο διαμαρτυρίες, που αναλογικά αντιστοιχούν σε 1 κατάληψη δρόμου ανά πέντε μέρες επί δέκα χρόνια. Η κύρια μορφή δράσης τους είναι οι καταλήψεις δρόμων, που μπλοκάρουν την παραγωγή και αναπαραγωγή προς και από μεγάλες ιδιωτικές επιχειρήσεις. Όταν όμως γίνεται λόγος για καταλήψεις δρόμων, εννοούνται εκτενείς καταλήψεις, που παραλύουν για πάρα πολλές ώρες ή και μέρες όχι μόνο επιχειρήσεις, αλλά και ολόκληρες πόλεις. Οι piqueteros έχουν επίσης υπερασπιστεί σε πολλές περιπτώσεις, κατειλημμένα εργοστάσια που βρίσκονταν υπό την απειλή εκκένωσης, αποκρούοντας επιθέσεις μπάτσων. Σε τέτοιες προσπάθειες συμμετείχαν επίσης μέλη τοπικών συνελεύσεων και απλοί κάτοικοι. Και αυτό γιατί η ανάπτυξή τους μέσα σε αυτά τα 10 χρόνια ήταν τόσο ραγδαία, που ο τρόπος αυτός αντίστασης επεκτάθηκε πάρα πολύ γρήγορα σε όλη τη χώρα. Χαρακτηριστικά αναφέρω δύο παραδείγματα:
  1. Ο πρώτος μεγάλος σε έκταση και ένταση αγώνας του κινήματος ήταν το 1997 με τον αγώνα των δασκάλων. Η απεργία αυτή έγινε ενάντια στις απολύσεις και τις περικοπές μισθών και εξελίχθηκε σε μαζικές καταλήψεις δρόμων. Όταν η αστυνομία επιτέθηκε στο μπλόκο, οι κάτοικοι των περιοχών Cutral και Plaza Huincul κινητοποιήθηκαν για υποστήριξη. Η λαϊκή συνέλευση που στήθηκε για να διαπραγματευτεί με τις αρχές απαίτησε θέσεις εργασίας, αναστολή της καταβολής φόρων και επενδύσεις στην εταιρεία πετρελαίου. Αποφάσισαν την παύση των κινητοποιήσεων όταν κάποια από τα αιτήματά τους ικανοποιήθηκαν, συμπεριλαμβανομένων 500 νέων (κακοπληρωμένων) θέσεων εργασίας.
  2. Αξίζει σ’ αυτό το σημείο να αναφέρουμε τις περιπτώσεις των Tartagal και Moscoi. Και οι δυο πόλεις, το χειμώνα του 1999 και την άνοιξη του 2000, κατελήφθησαν από δυνάμεις που συμπεριλάμβαναν piqueteros και κράτησαν για λίγες μέρες την αστυνομία έξω από αυτές. Το ίδιο έγινε και μετά το θάνατο ενός διαδηλωτή το Νοέμβριο του 2000, όπου οι πικετέρος απάντησαν με 300 μπλόκα δρόμων σε όλη τη χώρα. Κυβερνητικά κτίρια πυρπολήθηκαν και μπάτσοι πιάστηκαν αιχμάλωτοι.
Όπως είπαμε μέσα στο κίνημα υπάρχουν διάφοροι πόλοι, αλλού πιο «ριζοσπαστικοί» και αλλού πιο «ρεφορμιστικοί». Αυτό φαίνεται και στη δράση τους: η Coordinatora Anibal Veron (που απομακρύνθηκε από τις υπόλοιπες συνιστώσες επιμένοντας στην ολική της ανεξαρτησία από κόμματα και ενώσεις) ζητά από από τους ίδιους τους βουλευτές να έρχονται στα μπλόκα για διαπραγμάτευση, ενώ οι άλλες συνιστώσες αρκούνται σε αντιπροσώπους.
Με το μπλοκάρισμα των αυτοκινητοδρόμων, οι piqueteros αναδείκνυαν αιτήματα στα οποία περιλαμβάνονταν συνήθως: η απόσυρση της αστυνομίας, η καταδίκη της κρατικής καταστολής, η απελευθέρωση φυλακισμένων συντρόφων, παροχές για τους ανέργους, τρόφιμα, υγειονομικές εγκαταστάσεις, όπως και αιτήματα για «πραγματικές δουλειές» ή planes trabajar, δηλαδή, «πλάνα εργασίας».
Τα «πλάνα εργασίας» είναι μικρά επιδόματα για τους ανέργους. Το θέμα όμως είναι ότι ενώ το κράτος ήθελε να δίνει εξατομικευμένα τα επιδόματα αυτά μειώνοντας το κόστος οι πικετέρος διεκδίκησαν και πέτυχαν να δίνονται στους αρχηγούς των οικογενειών για να περιλαμβάνουν την οικογένεια ως σύνολο.
Κατά τη διάρκεια της προεδρίας του De la Rua, το υπουργείο κοινωνικής ανάπτυξης απομάκρυνε τον έλεγχο των «πλάνων εργασίας» από τις τοπικές αρχές που αρχικά τα παρείχαν και τη διανομή τους ανέλαβαν ΜΚΟ. Αυτό έγινε εν μέρει για να ελέγξει την πελατειακή πολιτική των δήμων στην επαρχία του Buenos Aires και να μπει ένα όριο στην αύξηση των μικρών ομάδων piqueteros στην πόλη. Η πολιτική αυτή γύρισε μπούμερανγκ, όταν οι οργανώσεις ανέργων δημιούργησαν τις δικές τους ΜΚΟ ώστε να διευθύνουν τα «πλάνα» και να στήσουν δικά τους κοινωνικά εγχειρήματα, χρησιμοποιώντας τους χρηματικούς πόρους από αυτά.

Ο θεσμός του ανταλλακτικού εμπορίου

Θα προσεγγίσω τις λέσχες του ανταλλακτικού εμπορίου, που πολύς λόγος είχε γίνει μετά την κρίση του 2001, σαν ένα θεσμό που αντικαθιστά το καπιταλιστικό εμπόριο (ως εφαρμογή του «δώρου», της υποχρέωσης να δίνεις, να παίρνεις και να λαμβάνεις). Παρόλο που ως εγχείρημα μοιάζει εκ πρώτης όψεως και επιφανειακά να κινείται στα πλαίσια του «εναλλακτισμού» έχει σημασία να δει κανείς πώς ακόμα κι ένας τέτοιος θεσμός με την εξέγερση του 2001 αλλάζει μορφή.

Όταν ξεσπά η κρίση του 2001 οι ανταλλακτικές λέσχες υπάρχουν για πάνω από πέντε χρόνια γνωρίζοντας μάλιστα από χρόνο σε χρόνο μια ανάπτυξη με γεωμετρική πρόοδο. Έτσι ενώ το 1996 ξεκινάνε με περίπου 1000 μέλη στα τέλη του 1998 φτάνουν τα 180.000 μέλη και το 2001 ξεπερνάνε τα 500.000 μέλη.
Η πρώτη λέσχη (nodos) ανταλλακτικού εμπορίου δημιουργείται την πρωτομαγιά του 1995 σε ένα βιομηχανικό προάστιο του Μπουένος Άιρες από τα μέλη μιας οικολογικής ΜΚΟ που ασχολούνταν με τη ανάπτυξη βιολογικών προϊόντων με σκοπό τη δημιουργία ενός συστήματος εμπορίου και υπηρεσιών χωρίς την παρουσία χρήματος. Η μορφή αυτή εμπορίου σύμφωνα με τους ιδρυτές της είχε σκοπό να συμβάλλει σε καλύτερες συνθήκες οικονομικής ζωής τα τμήματα εκείνα του πληθυσμού που πλήττονταν περισσότερο από τον πληθωρισμό και την ανεργία. Προσπαθεί δηλαδή να επαναδραστηριοποιήσει τους αποκλεισμένους της οικονομίας (βλ. παρακάτω). Παρόλα αυτά αρχικά η μορφή αυτή εμπορίου δεν απευθύνεται στις περισσότερο φτωχές κατηγορίες, αλλά σε εργαζόμενες τάξεις του πληθυσμού που μπορούσαν να διαθέσουν χρόνο και κόπο στο εμπόριο αυτό. Σημασία έχει να συγκρατήσουμε πως ως μορφή το ανταλλακτικό εμπόριο (που ως ιδέα και πρακτική υπήρχε και σε άλλες χώρες Καναδάς, Γαλλία) εισάγεται από τις μεσαίες τάξεις οι οποίες όμως βλέπουν την οικονομική τους κατάσταση να επιδεινώνεται διαρκώς. Στο ανταλλακτικό εμπόριο βλέπουν τη δυνατότητα να συμπληρώσουν τα αγαθά που δεν μπορούν πλέον να αγοράσουν κινητοποιώντας τις γνώσεις και τις ικανότητές τους. Αρχικά μάλιστα, στα πρώτα χρόνια λειτουργίας του θεσμού αυτού το ανταλλακτικό εμπόριο είχε έναν πιο ξεκάθαρο ιδεολογικό προσανατολισμό (βλ. παράρτημα στο τέλος του κειμένου).
Το πλαίσιο αυτό περιλάμβανε τα εξής: το ανταλλακτικό εμπόριο είναι μια μορφή εμπορίου που αποσκοπεί στη δημιουργία σχέσεων αλληλεγγύης και αλληλοβοήθειας μεταξύ των μελών του. Στο ανταλλακτικό εμπόριο ο καθένας δεν είναι μόνο καταναλωτής αλλά και παραγωγός (μοντέλο «παραγωγαναλωτή», όρος που πάρθηκε από το βιβλίο του Τόφλερ, Το Τρίτο Κύμα) και οφείλει να σέβεται κάποιους ηθικούς κανόνες λειτουργίας. Ο σκοπός δεν είναι δηλαδή να πουλήσεις ή να αγοράσεις αλλά να δημιουργήσεις σχέσεις και με βάση αυτές να δημιουργηθούν μικροκοινότητες μέσα στις γειτονιές αλληλοβοήθειας και υποστήριξης. Την αντικατάσταση των αντικρουόμενων εγωιστικών οικονομικών συμφερόντων με το ίδιο συμφέρον στη δημιουργία σχέσεων. Την κυριαρχία των εμπορευμάτων επί των σχέσεων (καπιταλισμός) την αντικαθιστά η κυριαρχία των σχέσεων επί των πραγμάτων. Έτσι, μπορεί να ανταλλάχθει μια υπηρεσία (π.χ. μπέιμπυ-σίτιγκ) με ένα προϊόν που η τιμή του κάθε φορά καθορίζεται από την εκάστοτε συναλλαγή (αυτό εδώ είναι και το κρίσιμο σε αυτό του είδους το εμπόριο). Πώς οι «ποιότητες» γίνονται «ποσότητες»; Πώς ανταλλάσουμε χωρίς τη μεσολάβηση ενός γενικούς ισοδύναμου; Αλλά και πώς καθορίζονται οι τιμές; Με το χρόνο εργασίας;
Ας δούμε όμως λίγο ακριβέστερα τί είναι οι λέσχες ανταλλακτικού εμπορίου. Πρόκειται πρώτα από όλα για «παζάρια» ή κάτι σαν «λαϊκές» που γίνονται συνήθως σε ανοιχτούς δημόσιους χώρους και στα οποία για να μπορέσει να συμμετάσχει κάποιος πρέπει να δηλώσει συμμετοχή. Αφού δηλώσει συμμετοχή και παρακολουθήσει ένα σύντομο πρόγραμμα εκμάθησης κάποιων γενικών αρχών μετά μπορεί να ανταλλάξει εμπορεύματα με άλλα μέλη. Κάθε μέλος μπορεί να είναι εγγεγραμμένο σε πολλές διαφορετικές λέσχες και οφείλει να δώσει ένα αρχικό ποσό 1 πέσο ώστε να λάβει 50 creditos και να μπορεί να κάνει ανταλλαγές με τα υπόλοιπα μέλη (το ποσό αυτό μπορεί να το λάβει πίσω αν αποφασίσει να αποχωρήσει από την λέσχη). Το ποσό των 50 creditos δίνεται με σκοπό να επενδυθούν στο ανταλλακτικό εμπόριο και στην ανταλλαγή εμπορευμάτων, δίνοντας κίνητρα στα μέλη να παράξουν και να καταναλώσουν. Στο ποσό αυτό του ένα πέσος συμπεριλαμβάνεται το κόστος για την εκτύπωση του χαρτονομίσματος, αλλά και της λειτουργίας των λεσχών. Κάθε λέσχη απαρτίζεται από έναν συντονιστή και μια γραμματέα. Οι συντονιστές αυτοί, που είναι εθελοντές που εναλλάσσονται, ασχολούνται με την εγγραφή, την εκπαίδευση των νέων μελών. Οι λέσχες στην αρχή δεν είχαν κάποια κεντρικά γραφεία, αλλά αργότερα άρχισαν να γίνονται ημι-επίσημοι θεσμοί και πολλοί δήμοι διέθεταν τη δική τους λέσχη (El Negro, Chicas Lindas).
Θα δώσω ένα παράδειγμα σύμφωνα με μια μαρτυρία: είναι 4:30 το απόγευμα μια μέρα του Απρίλη του 2002 στο Μπουένος Άιρες. Στη συνοικία Αλμάγκρο συγκεντρώνονται άντρες και γυναίκες σχηματίζοντας μια ουρά μπροστά από τις πόρτες ενός γηπέδου που ανήκει στην ενορία της εκκλησίας. Γύρω στις πέντε εμφανίζεται ένας άνδρας με μια τσάντα με έγγραφα και ανοίγει την πόρτα του γηπέδου. Τα 60 άτομα αρχίζουν να μπαίνουν στο χώρο και να στήνουν τους πάγκους τους. Ο άντρας που είχε ανοίξει την πόρτα ζητά από τους συμμετέχοντες να γράψουν το όνομά τους στη λίστα και να πληρώσουν ένα ποσό για την είσοδό τους στο χώρο. Με το ποσό αυτό η λέσχη πληρώνει ενοίκιο για τη χρησιμοποίηση του χώρου στην εκκλησία. Η μορφή όμως πληρωμής δεν είναι το πέσος αλλά τα creditos, το νόμισμα των λεσχών του ανταλλακτικού εμπορίου το οποίο μοιάζει με τα ψεύτικα χαρτονομίσματα της Μονόπολυ.
Στην αρχή στις λέσχες ανταλλάσσονταν προϊόντα μόνο καθημερινής χρήσης ενώ αργότερα και υπηρεσίες. Οι πρώτες λέσχες κατέγραφαν όλες τις συναλλαγές σε ένα φύλλο excel με σκοπό να καταγράφονται οι οφειλές και τα χρωστούμενα. Παρόλα αυτά, επειδή αυτή η δουλειά ήταν κοπιαστική για αυτό και προχώρησαν στη δημιουργία ενός χρήματος του creditos. Το χρήμα όμως προϋποθέτει μια μορφή εμπιστοσύνης απέναντι στον οργανισμό που το εκδίδει. Η εμπιστοσύνη αυτή βασίζεται στην εμπιστοσύνη της ικανότητας του κάθε μέλους να παράγει και να καταναλώνει προϊόντα. Στο ίδιο το νόμισμα αναγράφεται «dar credito» που σημαίνει ταυτοχρόνως κάνω πίστωση και εμπιστεύομαι. Ο αριθμός των χαρτονομισμάτων αυτών που κυκλοφορεί είναι ανάλογος με τον αριθμό των μελών. Τώρα, ποιος εκδίδει το χρήμα; Το ιδρυτικό δίκτυο του ανταλλακτικού εμπορίου που ονομάστηκε «συμβουλευτική επιτροπή του αλληλέγγυου εμπορίου», που έστω κι αν δεν επιθυμεί να λειτουργεί συγκεντρωτικά παρόλα αυτά αυτός διαχειρίζεται τον αριθμό των χαρτονομισμάτων που θα κοπούν.
Ουσιαστικά η εισαγωγή χρήματος τροποποιεί τις αρχικές προθέσεις των δημιουργών του. Και αυτό γιατί με τις ανταλλαγές αντιμετώπισαν το πρόβλημα του καθορισμού της τιμής των προϊόντων από μέλος σε μέλος! Αλλά και κάτι άλλο: το πρόβλημα της πλαστογράφησης και της επιβολής ενός ορίου τιμής για κάποια βασικά προϊόντα. Ουσιαστικά όλα αυτά προχώρησαν παράλληλα με τη διεύρυνση των λεσχών και την αποπροσωποποίησή τους. Δηλαδή, ενώ το ηθικό κομμάτι των συναλλαγών μπορεί να δούλευε όταν είχες να κάνεις με ανταλλαγές προϊόντων μεταξύ ατόμων που γνωρίζονται μεταξύ τους ωστόσο όταν ο αριθμός των μελών διογκώνεται και διοργανώνονται πάνω από 1 nodos την εβδομάδα που διαρκούν πολλές ώρες τότε υπάρχει πρόβλημα. Ουσιαστικά αναγκάζονται να ξαναανακαλύψουν τον τροχό.
Με το 2001 και την εξέγερση ο θεσμός του εναλλακτικού εμπορίου αλλάζει ολότελα. Η κρίση του 2001 μειώνει την ποσότητα του χρήματος που κυκλοφορεί. Αυτό οδηγεί σε έκρηξη τις λέσχες ανταλλακτικού εμπορίου φτάνοντας τις 4.500 σε όλη την Αργεντινή. Κάθε μέρα εγγράφονται 5.000 νέα μέλη. Ουσιαστικά δημιουργούνται τα μεγα-παζάρια όπου καταλαμβάνουν ολόκληρα γήπεδα ποδοσφαίρου και συμμετέχουν πάνω από 2.000 άτομα. Τα μεγα-παζάρια αυτά διαλύουν τις μικροκοινότητες που είχαν δημιουργηθεί αρχικά γύρω από τα πρώτα nodos και τις σχέσεις αλληλοβοήθειας μεταξύ γειτονιών. Μια σειρά από προβλήματα δημιουργούνται:
  • Δεν υπάρχει χρόνος για εκπαίδευση των νέων μελών στις αρχές του ανταλλακτικού εμπορίου. Αυτό σημαίνει πως δε διασφαλίζονται οι κανόνες του.
  • Η λειτουργία των nodos γίνεται χαοτική και αναζητούνται «αστυνομικοί» μηχανισμοί διασφάλισης της λειτουργίας.
  • Παρατηρούνται φαινόμενα πλαστογραφίας.
  • Παράλληλα, τίθεται σε αμφισβήτηση η αρχική δομή του. Δηλαδή, αμφισβητείται 1) το γεγονός ότι ο αριθμός των creditos αντιστοιχεί με τον αριθμό των μελών 2) το γεγονός πως η αρχική καταβολή του 1 πέσος πάει στην πληρωμή των εξόδων εκτύπωσής του, αφού το κόστος αυτό δεν ξεπερνά τα 20 λεπτά του πέσος.
  • Αρχίζει να εμφανίζεται πληθωρισμός.
Αυτή η αμφισβήτηση προέρχεται από τα νέα στρώματα που μπαίνουν στο θεσμό. Μπαίνουν μαζικά πλέον προλετάριοι, τα πιο εξαθλιωμένα κομμάτια της εργατικής τάξης, που δεν έχουν απολύτως τίποτα να ανταλλάξουν πέρα από την εργατική τους δύναμη. Επίσης, πολλοί συμμετέχοντες ήταν δύσκολο να συνεχίσουν να παράγουν για το θεσμό αυτό γιατί δεν μπορούσαν να βρουν πρώτες ύλες για να το κάνουν. Και αυτό δείχνει τα όρια του θεσμού αυτού, την εξάρτησή του από τον καπιταλισμό. Οπότε αυξάνεται η ζήτηση για προϊόντα και μειώνεται η προσφορά τους, με αποτέλεσμα οι τιμές να ανεβαίνουν και να δημιουργείται πληθωρισμός.
Αυτό όμως δεν το παραδέχονται οι ιθύνοντες του ανταλλακτικού εμπορίου που υποστηρίζουν πως ο πληθωρισμός οφείλεται στην ανεξέλεγκτη κυκλοφορία του χρήματος και στην αύξηση της ποσότητας κυκλοφορίας του. Οπότε δημιουργούν νέα νομίσματα με τοπική ισχύ για την κάθε λέσχη ούτως ώστε να ελέγξουν την κυκλοφορία του χρήματος. Αυτή όμως η πολιτική δεν πετυχαίνει γιατί αποδυναμώνει την ισχύ του νομίσματος (creditos) με αποτέλεσμα να διώξει πολύ κόσμο.
Σύμφωνα με τους ιδρυτές του Παγκόσμιου Δικτύου Εμπορίου η εισαγωγή του νομίσματος είχε ως σκοπό να αποτελέσει «μονάδα μέτρησης και όχι αξία» των ανταλλασσόμενων προϊόντων. Παρόλο όμως που το κράτος δεν αναγνώριζε τη μορφή αυτή χρήματος ωστόσο για το ανταλλακτικό εμπόριο αποτελούσε αληθινό εργαλείο πραγματοποίησης των συναλλαγών. Κι έτσι έστω κι αν τα ιδρυτικά μέλη όπως ισχυρίζονταν με την εισαγωγή του credito θέλησαν να επινοήσουν ένα χρήμα «απαλλαγμένο από τα μειονεκτήματα του καπιταλιστικού χρήματος», παρόλα αυτά δε φάνηκε να το καταφέρνουν. Και αυτό γιατί ξαναβρέθηκαν μπροστά στο ζήτημα του προσδιορισμού της τιμής και πώς αυτή διαμορφώνεται. Π.χ. ποια η τιμή ενός σπιτικού γλυκού που έχει φτιάξει η γιαγιά που έρχεται να το πουλήσει στο ανταλλακτικό εμπόριο; Ποιο είναι το μέτρο του υπολογισμού; Για να διευκολύνουν τα πράγματα έκαναν την αντιστοιχία 1 credito= 1 pesos. Το ενδιαφέρον είναι πως η όλη έρευνα που πραγματοποιείται από την Μ.L.* προκειμένου να εντοπίσει κάποια κοινά κριτήρια καθορισμού των τιμών αποτυγχάνουν. Και το πιο εντυπωσιακό: τα μέλη δεν επικαλούνται τον χρόνο εργασίας ως προσδιοριστικό της τιμής, αλλά ηθικά κριτήρια μη μετρήσιμα!
*Αναφορά στο βιβλίο της Marianna Luzzi, Réinverter le marché ?, L’Harmattan, Παρίσι, 2005

ΠΑΡΑΡΤΗΜΑ

Διακήρυξη Αρχών του Παγκόσμιου Δικτύου Ανταλλαγής

  1. Η ύπαρξή μας ως ανθρώπινα όντα δεν είναι απαραίτητο να καθορίζεται από το χρήμα.
  2. Δεν αποζητάμε τη διακίνηση αγαθών ή υπηρεσιών, αλλά να αλληλοβοηθηθούμε προκειμένου να προσδώσουμε ένα ανώτερο νόημα στη ζωή μας, δια μέσου της εργασίας, της κατανόησης και ενός δίκαιου τρόπου ανταλλαγής.
  3. Δηλώνουμε πως ο στείρος ανταγωνισμός, το κέρδος και η κερδοσκοπία μπορούν να αντικατασταθούν από την αμοιβαιότητα μεταξύ ατόμων.
  4. Πιστεύουμε πως οι ενέργειες, τα προϊόντα και οι υπηρεσίες μας μπορούν να ανταποκρίνονται περισσότερο σε ηθικούς και οικολογικούς κανόνες, παρά στις προσταγές της αγοράς, της κατανάλωσης και της αναζήτησης του πρόσκαιρου κέρδους.
  5. Ο μόνος όρος προκειμένου να γίνει κάποιος μέλος του Παγκόσμιου Δικτύου Ανταλλαγής είναι να παρευρίσκεται στις συνελεύσεις της ομάδας, να εκπαιδεύεται και να είναι παραγωγός και καταναλωτής, υπηρεσιών και γνώσεων στο πλαίσιο των συστάσεων των Κύκλων ποιότητας και προσωπικής ανάπτυξης.
  6. Δηλώνουμε πως κάθε μέλος είναι αποκλειστικά υπεύθυνο για τις ενέργειες, τα προϊόντα και τις υπηρεσίες που παρέχει.
  7. Πιστεύουμε πως το να ανήκειν σε μια ομάδα δεν ενέχει σχέσεις εξάρτησης, δεδομένου πως σε όλες τις ομάδες του Δικτύου η ατομική συμμετοχή είναι ελεύθερη.
  8. Δηλώνουμε πως οι ομάδες δεν είναι απαραίτητο να οργανωθούν επισήμως και με σταθερό τρόπο, δεδομένου πως ο ίδιος ο χαρακτήρας του δικτύου περιλαμβάνει τη συνεχή εναλλαγή ρόλων και λειτουργιών.
  9. Πιστεύουμε πως είναι δυνατό να συνδυαστεί η αυτονομία των ομάδων στη διαχείριση των εσωτερικών τους υποθέσεων, με την εγκυρότητα των θεμελιωδών αρχών που επιτρέπουν το ανήκειν στο δίκτυο.
  10. Για εμάς, τα μέλη, είναι επιθυμητό να μη στηρίζουμε και να μην παρέχουμε οικονομική βοήθεια –ως μέλη του Δικτύου– σε σκοπούς διαφορετικούς από αυτόν προκειμένου να μην παρεκκλίνουμε από τους βασικούς μας στόχους.
  11. Δηλώνουμε πως το καλύτερο παράδειγμα είναι η συμπεριφορά μας στο εσωτερικό του δικτύου και η ζωή μας έξω από αυτό. Σεβόμαστε το απόρρητο των ιδιωτικών υποθέσεων και είμαστε προσεκτικοί στη δημόσια μεταχείριση ερωτήσεων αναφορικά με το Δίκτυο, που θα μπορούσαν να επηρεάσουν την ανάπτυξή του.
  12. Πιστεύουμε βαθιά στην ιδέα της προόδου ως κατάληξη της διαρκούς ευημερίας του μεγαλύτερου δυνατού αριθμού ατόμων σε κάθε κοινωνία.
ΠΗΓΗ: Covas H., De Sanzo C., Primavera H. (1998), Reinventando el mercado, Μπουένος Άιρες, PAR [όπως παρατίθεται στο Marianna Luzzi, Réinverter le marché ?, L’Harmattan, Παρίσι, 2005, σσ. 183-184]

Σάββατο 19 Μαΐου 2012

Ανάπτυξη της κοινωνίας ή αύξηση του ΑΕΠ; (αναδημοσίευση)


Από το 8ο τεύχος της εργατικής εφημερίδας ΔΡΑΣΗ που κυκλοφορεί




 Της Μαριάννας Χούσου


Δεν έχουν περάσει ούτε τέσσερα χρόνια, από την εποχή που ζούσαμε σε θετικούς ρυθμούς ανάπτυξης, το ΑΕΠ ανέβαινε, οι αριθμοί ευημερούσαν και οι πολίτες αυτής της χώρας ατένιζαν το μέλλον με μια αφελή σιγουριά. Σπουδές, εργασία, σπίτι οικογένεια ήταν, ή πιστεύαμε ότι ήταν, μια εύκολη ( όχι απαραίτητα με αυτή την σειρά και όχι απαραίτητα επιθυμητή) επιλογή για τον κάθε ένα και την καθεμία από εμάς. Ωστόσο χρειάστηκαν λίγοι μόνο μήνες οικονομικής κρίσης, για να καταρριφθούν οι παραπάνω και οι λοιπές βεβαιότητες μας και να βρεθούμε σε ένα κυκεώνα αυστηρών οικονομικών μέτρων, καταστολής, ανεργίας, επισφάλειας και γενικευμένης ανασφάλειας.

Σε όλο αυτό το διάστημα, ζήσαμε πολλά και καταλάβαμε ακόμη περισσότερα. Ένα από τα πράγματα που καταλάβαμε, αν όχι το σύνολο σίγουρα ένα σημαντικό μέρος του πληθυσμού, είναι ότι και πριν τα πράγματα μάλλον δεν πήγαιναν και τόσο καλά. Η ψευδαίσθηση ευημερίας που είχαμε, είχε ήδη δείξει την σαπίλα της στην κοινωνική μας ζωή. Αυτή η διαπίστωση, δεν ήταν μόνο κτήμα κάποιων υποψιασμένων, καθώς η κοινωνική πραγματικότητα το έδειχνε μέσα από την ασημαντότητα της καθημερινής διαβίωσης. Την κατάθλιψη, την έλλειψη νοηματοδότησης, την μιζέρια και την μοιρολατρία, στοιχεία που χαρακτήριζαν τον τρόπο ζωής πολλών συνανθρώπων μας τα ζούσαμε, άσχετως αν είχαμε ή όχι το θάρρος να τα αναγνωρίσουμε. Η μοναξιά, ο ατομισμός, η κρίση αξιών, ήταν εδώ πριν την οικονομική κρίση, και όσο και αν προσπαθούσαμε να την καλύψουμε στην καταναλωτική μας φιέστα, όταν έσβηναν τα φώτα, ήταν εκεί. 

Το προηγούμενο μοντέλο είχε ήδη φθάσει σε αδιέξοδο. Το στοίχημα είναι πόσος χρόνος θα χρειαστεί για να το ξεχάσουμε και να ξαναπιστέψουμε στο φαύλο του κύκλου της παραγωγής για την παραγωγή, της κατανάλωσης για την κατανάλωση, της ανάπτυξης για την ανάπτυξη. Πόσος χρόνος θα χρειαστεί για να πιστέψουμε ξανά ότι το πρόβλημα δεν είναι ότι δεν γίνονται επενδύσεις σε αυτόν τον τόπο, ότι δεν είμαστε νεοφιλελεύθεροι αρκετά, αποτελεσματικοί αρκετά, εργατικοί αρκετά, ανταγωνιστικοί αρκετά, συνεπείς και όλα τα άλλα, που με τόση προθυμία μας βαφτίζουνε, κάθε φορά που σηκώνουμε το κεφάλι και αμφισβητούμε την κυρίαρχη ιδεολογία. 

Η ύφεση που ζούμε σήμερα παρουσιάζεται ως μητέρα όλων των δεινών, ενώ δεν είναι παρά το μοναδικό παιδί του μοντέλου της οικονομικής ανάπτυξης και της καπιταλιστικής συσσώρευσης. Από τα μεταλλεία του χρυσού στην Χαλκιδική έως τα σχέδια αξιοποίησης του Ελληνικού το μοντέλο που προτείνεται είναι το ίδιο: εντατικοποίηση, εκμετάλλευση και καταστροφή του περιβάλλοντος, υποβάθμιση της ζωής, κέρδη για πολυεθνικές και εταιρίες κολοσσούς, παραγκωνισμός της τοπικής κοινωνίας. Α, και θέσεις εργασίας... Το γνωστό καρότο, που μπορεί να μετατρέψει έναν εργαζόμενο (με την στολή μάλιστα ης εταιρίας που εργάζεται) σε τραμπούκο. Το είδαμε και αυτό... Η διέξοδος από την σημερινή, αληθινά ζοφερή κατάσταση, δεν μπορεί να βρίσκεται στην καραμέλα της ανάπτυξης, που αλλάζοντας το περιτύλιγμα, μας παρουσιάζουν όλοι οι επίδοξοι διαχειριστές της ζωής μας. Ούτε στη νοσταλγία ενός παρελθόντος που στην ουσία δεν υπήρξε. Δεν μπορεί να βρίσκεται στο ξεπούλημα του δημοσίου πλούτου και της αξιοπρέπειας μας... 

Σήμερα αναδεικνύεται ένα άλλο μοντέλο, το οποίο το φτιάχνουν οι ίδιοι οι πολίτες. Μικροί αγροτικοί συνεργατισμοί, κολλεκτίβες εργασίας, αχρήματα δίκτυα ανταλλαγής υπηρεσιών και προϊόντων, κοινωνικά ιατρεία, αλληλέγγυο εμπόριο, αυτοοργανωμένοι κοινωνικού χώροι. Ένα μέρος της οικονομικής και κοινωνικής δραστηριότητας αποκεντροποιείται, η έννοια της εγγύτητας επαναπροσεγγίζεται. Κάτι νέο γίνεται από εμάς για εμάς. Σε αυτό το δρόμο μπορούμε να κάνουμε και το επόμενο βήμα. Έναν επαναπροσδιορισμό των αναγκών, όχι για να μάθουμε να ζούμε με τα λίγα και έτσι να επιβιώσουμε, αλλά για να ζούμε πιο ουσιαστικά. 

Αυτή την περίοδο ελλοχεύει ένας διττός κίνδυνος. Ένα μεγάλο μέρους του πληθυσμού αντιμετωπίζει προβλήματα επιβίωσης, και από την άλλη, ακριβώς αυτή η οικονομική αδυναμία αναπαράγει τον οικονομισμό ως καθοριστικό παράγοντα της κοινωνικής και πολιτικής μας ζωής. Το ζητούμενο ωστόσο, για όσους και όσες με κάποιο τρόπο οραματιζόμαστε την ανάκτηση της ζωής μας, είναι η αποδόμηση του διπόλου παραγωγισμός-καταναλωτισμός. Αν πρέπει κάτι να αναπτυχθεί είναι η δημιουργικότητά μας, η φαντασία μας και η προσήλωσή μας σε αυτό που επιθυμούμε να φτιάξουμε.
σ.δ. οι υπογραμμίσεις έγιναν με ευθύνη του διαχειριστή