Τρίτη 24 Ιουνίου 2014

European Civic Days (Αθήνα): Διεθνές φόρουμ για τις κοινωνικές αντιστάσεις σε εποχές λιτότητας.


Από 24 έως 27 Ιούνη γίνεται στην Αθήνα το διεθνές (ευρωπαϊκό) φόρουμ σχετικά με την οργάνωση, την αντίσταση και την αλληλεγγύη σαν όπλο απέναντι στις πολιτικές λιτότητας.

Διοργανώνεται από το European Civic Forum κάθε χρόνο και σκοπό έχει να αναδείξει τις μορφές αντίστασης των πολιτών της Ευρωπαϊκής Ένωσης απέναντι στις πολιτικές εξαθλίωσης.

Στο φόρουμ το Δίκτυο Κοινωνικής Αλληλεγγύης Εξαρχείων έχει κληθεί να παρέμβει με δεκαπεντάλεπτη εισήγηση τόσο για να καταγραφούν οι πολιτικές καταστρατήγησης του συνταγματικού δικαιώματος στη στέγαση όσο και για το ποιές ακριβώς από τις αιχμές τους θίγουν κοινωνικές ομάδες και πλατειά λαϊκά στρώματα αλλά και τους οδηγούν στην οργάνωση και το σχεδιασμό μορφών αντίστασης.


Οι άλλοι δύο θεματολογικοί άξονες του φόρουμ είναι η υγεία και η τροφή.

Σε κάθε εισήγηση θα υπάρχουν ερωτήσεις προς τους εισηγητές τόσο από τους διοργανωτές (για τη διευκρίνιση επίμαχων σημείων της και την τεκμηρίωση της επιχειρηματολογίας του εισηγητή) όσο και από τους ακροατές.

Για περισσότερες πληροφορίες θα κοινοποιηθούν τα πεπραγμένα της συνάντησης. Μια εικόνα για τη συγκεκριμένη διοργάνωση μπορείτε να έχετε ανατρέχοντας στον οικείο σύνδεσμο.

Δευτέρα 23 Ιουνίου 2014

«Σημασία έχει ν’ αγαπάς»:Προβολή στο πάρκο της Ναυαρίνου


 Το αριστούργημα του Αντρέι Ζουλάφσκι Σημασία έχει ν’ αγαπάς (L’ important c’ est d’ aimer) θα προβληθεί την Τετάρτη 25 Ιουνίου στις 21:15 στο Πάρκο Ναυαρίνου.

Είναι το τρίτο φιλμ, του μεγάλου Πολωνού σκηνοθέτη, γυρισμένο στη Γαλλία το 1974. 

Τα πάντα σ’ αυτό το εκπληκτικό φιλμ κινούνται σ’ ένα διπλό επίπεδο: Πρόκειται για μια εκκωφαντική, φανταχτερή «φιλμόπερα» και ταυτόχρονα για ένα χρονικό της απλής καθημερινής ζωής, για μια ευτελή ιστορία έρωτα και πάθους και ταυτόχρονα για μια μοντέρνα τραγωδία σαιξπιρικού ύφους, για ένα φιλμ σαδιστικά σκληρό και ταυτόχρονα βαθύτατα τρυφερό και ανθρώπινο, για ένα ρεπορτάζ πάνω στο θέμα «αποτυχία» και ταυτόχρονα για μια σοφή ψυχολογική έρευνα πάνω στην υστερία.
(απόσπασμα από κριτική του Β. Ραφαηλίδη).

Σας περιμένουμε !

Πέμπτη 19 Ιουνίου 2014

ΚΙΜΠΙ: Ο εξαρθρωμένος χρόνος (αναδημοσίευση)


(Πώς είναι να είσαι άνεργος, 16/6/2014) 
από τον ΚΙΜΠΙ

Ο πραγματικός ήρωας του περιστατικού που ενέπνευσε την ταινία «Ελεύθερος ωραρίου», όταν αποκαλύπτεται το ψέμα του, σκοτώνει όλη την οικογένειά του. Θού Κύριε φυλακήν εν τω πνεύματί μου...

Μια φράση μου ’χει σφηνωθεί εδώ και μερικά χρόνια στο μυαλό. Την έχω κλέψει κάμποσες φορές, την έχω καταχραστεί, αλλά μάλλον δεν είχα μπει μέχρι τώρα στο μεδούλι της. «Το να χάνεις τη δουλειά σου είναι σαν κάταγμα». Αν θυμάμαι καλά, το ’λεγε στον εαυτό του ένας από τους ήρωες των διηγημάτων του Χρήστου Οικονόμου, στη συλλογή «Κάτι θα γίνει, θα δεις». Το βιβλίο έχει φύγει από τη βιβλιοθήκη μου, κάπου το δάνεισα, καλώς το δάνεισα, τα βιβλία είναι για να διαβάζονται κι όχι για να κοιμούνται στα ράφια, αλλά και κακώς, γιατί τώρα που το αναζήτησα για να τσεκάρω τη φράση δεν το ’χω. Ας εμπιστευτώ την αβέβαιη μνήμη μου.

Προσπαθώ να φανταστώ τον συνειρμό που οδήγησε στο «κάταγμα». Όταν σπας χέρι, πόδι, λεκάνη, σπόνδυλο υποχρεώνεσαι σε μερική ακινητοποίηση, ενίοτε και ολική. Ξέρεις ότι το ίδιο το οστό δεν κινείται, ο μυς το κινητοποιεί, αλλά μαζί με το ακινητοποιημένο οστό ακινητοποιείται αναγκαστικά και ο μυς. Του «απαγορεύεται» να κινηθεί, με ένα νάρθηκα ή με γύψο ή με εκείνους τους φρικτούς μεταλλικούς συνδέσμους που τοποθετούνται μετά την επέμβαση, αν το κάταγμα είναι σοβαρό. Εν μέρει γίνεσαι ένα ασπόνδυλο, ένα μαλάκιο, ένας γαιοσκώληκας.

****

Τα οστά αρθρώνουν το σώμα στην πολύπλοκη μηχανή του σώματος που συνδυάζει την ευελιξία με τη σταθερότητα, την τρυφερότητα με τη σκληρότητα, την αβεβαιότητα με την ασφάλεια. Κάτι τέτοιο πρέπει να συμβαίνει και με τη δουλειά. Αρθρώνει τον χρόνο σου. Χωρίς το απεχθές, αλλοτριωτικό, αποξενωτικό, εξουθενωτικό, εκμεταλλευτικό, ψυχοφθόρο, κακοπληρωμένο οκτάωρο της δουλειάς – αλλά και τετράωρο ή δεκάωρο- το 24ωρο γίνεται μια άμορφη μάζα, χωρίς αρχή, μέση, τέλος. Το να χάνεις τη δουλειά σου είναι σαν να εξαρθρώνεται ο χρόνος σου.

Λέτε να βρήκα πού κολλάει το «κάταγμα» του Χ. Οικονόμου; Δεν έχει τόση σημασία, όμως, τίποτε δεν μπορεί να υποκαταστήσει το πρωτότυπο μιας σύλληψης, ούτε τη μοναδικότητα ενός βιώματος. Πιθανότατα κάθε άνεργος, μετά λίγους μήνες «προσαρμογής» στη νέα κατάσταση, έχει ένα μοναδικό μίγμα συναισθημάτων, μια ιδιαίτερη ποσόστωση «αχρηστίας», «τεμπελιάς», αδυναμίας, απομόνωσης, αποκλεισμού, αυτοαποκλεισμού, ματαίωσης, διάψευσης, που τελικά αποκρυσταλλώνονται σε μια αίσθηση προσωπικής αποτυχίας. Ωστόσο, το κοινό χαρακτηριστικό κάθε ανέργου, κάθε ανέργου που έχει πίσω του πολλά χρόνια δουλειάς, ενδεχομένως και δεκαετίες, είναι η αδυναμία να ξαναοργανώσει τον «απελευθερωμένο» χρόνο του.

****

Ό,τι κι αν καταλογίσει κανείς στη δουλειά σε συνθήκες καπιταλισμού, ό,τι αρνητικό κι αν της αποδώσει- την αποξένωση, την εκμετάλλευση, τη μισθωτή σκλαβιά, τον εξευτελισμό, την ταπείνωση, την καταπίεση της δημιουργικότητας, την έλλειψη ικανοποίησης, την εξουθενωτική ρουτίνα, τη σωματική καταπόνηση, την καταρράκωση της προσωπικότητας, τον ελεεινό ανταγωνισμό-, αυτός ο κακός, φρικτός κι ανάποδος καταναγκασμός, αυτό το βαρύ οκτάωρο που σου το τρώει τ’ αφεντικό, τελικά σού οργανώνει τη μέρα, το 24ωρο, την εβδομάδα, τους μήνες, τον χρόνο.

Όταν έχεις δουλειά, πολύ απλά η μέρα σου έχει ώρες πριν και μετά απ’ αυτήν. Θέλεις δεν θέλεις, πρέπει να κάνεις επιλογές και ιεραρχήσεις για τις υπόλοιπες 12-15 ώρες που σού απομένουν. Κάποιες είναι ύπνος, κάποιες άραγμα, κάποιες δουλειές για το σπίτι, την οικογένεια, κοινωνικές σχέσεις με συγγενείς, φίλους, συναδέλφους, συντρόφους. Πρακτικά, αυτός ο κατ’ επίφαση ελεύθερος, εκτός δουλειάς χρόνος δεν είναι τίποτε άλλο παρά χρόνος για να αναπληρώσεις τις δυνάμεις που σε καταστούν ικανό να πας και την άλλη μέρα στη δουλειά. Ο θείος Κάρολος το έχει αναλύσει επαρκώς αυτό εδώ κι ενάμιση αιώνα, ας μην το ζαλίζουμε περαιτέρω. Αλλά αυτή η σχέση εργάσιμου και υποταγμένου στον εργάσιμο «ελεύθερου» χρόνου σε απαλλάσσει από την βάσανο να οργανώσεις εσύ ο ίδιος το 24ωρό σου, από την αυγή της μέρας μέχρι τα μεσάνυχτα, τουλάχιστον μέχρις ότου εσύ και αρκετά εκατομμύρια σαν εσένα αποφασίσουν ότι ήρθε η ώρα να απαλλαγούν από τα δεσμά της μισθωτής σκλαβιάς. Μέχρι τότε, για τη βασική δομή του 24ώρου σου αποφασίζει ο εργοδότης σου, ο συγκεκριμένος ή ο αφηρημένος συλλογικός εργοδότης σου. Αυτός παρέχει τον σκελετό στο σώμα του χρόνου σου.

****

Συμπληρώνοντας μερικούς μήνες πραγματικής ανεργίας, διαπιστώνω ότι έχω περάσει ήδη το όριο της πλήρους εξάρθρωσης του χρόνου μου. Τώρα καταλαβαίνω κάπως καλύτερα τον συνάδελφό που είχε επισημάνει πως χειρότερο από το να δουλεύεις και να μην πληρώνεσαι είναι να σηκώνεσαι το πρωί και να μην έχεις τι να κάνεις και πού να πας, γιατί απλώς δεν έχεις δουλειά. Τώρα καταλαβαίνω και το σοκ του συνταξιούχου που έπειτα από 35 χρόνια δουλειάς αντιμετωπίζει με δέος το «ελεύθερο» 24ωρό του και το γεμίζει ή με κατάθλιψη ή με ένα επινοημένο υποκατάστατο πλήρους απασχόλησης. Τώρα καταλαβαίνω και τη νευρική αμηχανία του 26χρονου ανιψιού μου που, με ένα πτυχίο μηχανικού υπό μάλης, δηλώνει διαθέσιμος για «ό,τι να ’ναι», «όσο να ’ναι». Τώρα καταλαβαίνω τον ήρωα της ταινίας του Λοράν Καντέ «Ελεύθερος ωραρίου», τον άνεργο Βενσάν που αποκρύπτει από τους πάντες την απόλυσή του και επινοεί μια φανταστική εργασία, περνώντας τις μέρες του στους δρόμους, κοιμώμενος στο αυτοκίνητο, τρώγοντας τις οικονομίες του και παραμυθιάζοντας την οικογένειά του κάθε σαββατοκύριακο για τη συναρπαστική δουλειά του στον ΟΗΕ.

Θεωρητικά, η ανεργία μπορεί για κάποιο διάστημα να είναι μια δημιουργική περίοδος. Οι φίλοι κι οι δικοί σου σε συμβουλεύουν «να κάνεις πράγματα για τον εαυτό σου»: γράψει ποίηση, γράψε λογοτεχνία, ζωγράφισε, διάβασε, δες παλιούς φίλους, κάνε μικροεπισκευές στο σπίτι, φύτεψε λουλούδια, κάνε το νοικοκυριό του σπιτιού, μαγείρεψε, βοήθησε το παιδί στο διάβασμα, κάνε πράγματα που δεν έκανες πριν μαζί του, πήγαινε στο χωριό σου, κάνε τον ερασιτέχνη αγρότη αν έχεις λίγη γη, έλεγξε την υγεία σου, πήγαινε στους γιατρούς όσο υπάρχει ασφάλιση, δες τι γίνεται με το συνταξιοδοτικό σου, κάνε εθελοντισμό. Υπάρχουν χίλια δυο πράγματα που δεν απαιτούν χρήματα ή απαιτούν λίγα, και μάλιστα μπορεί και να σου γλιτώνουν χρήματα. Φυσικά, μέσα σ’ όλα κάπου πρέπει να βρεις χρόνο και για το «ψάξε για δουλειά», αλλά επειδή αυτό αποκλείεται να έχει άμεσο αποτέλεσμα με 1,5 εκατ. ανέργους, είναι δεδομένο πως για αρκετούς μήνες θα έχεις άφθονο «ελεύθερο» χρόνο, για να κάνεις «πράγματα για τον εαυτό σου».

‘Όμως, όταν κάθε πρωί είσαι αντιμέτωπος μ’ αυτόν τον άχρονο, άρρυθμο, εξαρθρωμένο «ελεύθερο» χρόνο, έχεις πρόβλημα. Πώς ξεκινάς; Από τι; Εντάξει, φτιάχνεις τον πρώτο καφέ της μέρας, κάνεις και το πρώτο τσιγάρο, αποχαιρετάς τη γυναίκα σου που πάει στη δουλειά (ναι, υπάρχει τουλάχιστον κάποιος που δουλεύει), αποχαιρετάς και το παιδί που πάει σχολείο. Μετά; Κάνεις δυο τρία στοιχειώδη πράγματα στο σπίτι- μην είσαι γαϊδούρι, θα έρθει η άλλη σκοτωμένη απ’ τη δουλειά και θα τα βρει όλα στη μέση;-, ετοιμάζεις το μεσημεριανό, εξαντλώντας τους μαγειρικούς πειραματισμούς, ποτίζεις τις γλάστρες, πληρώνεις λογαριασμούς που λήγουν, ψωνίζεις στο σούπερ μάρκετ… Και μετά; Αυτά γίνονταν και πριν, δεν δικαιολογούν την παρουσία σου και, προ παντός, δεν γεμίζουν το 24ωρό σου. Παίρνεις κανένα τηλέφωνο, ενημερώνεσαι αποσπασματικά στο ίντερνετ, διαβάζεις ένα βιβλίο που το σέρνεις για εβδομάδες, κοιτάζεις την ατζέντα μήπως υπάρχει κανένα ραντεβού, οι περισσότερες ημερομηνίες είναι κενές σημειώσεων, αποφασίζεις κάτι να κάνεις, θυμάσαι ή επινοείς εκκρεμότητες, φτιάχνεις λίστες «καθηκόντων» στον εαυτό σου, ανακαλύπτεις ότι έχουν δίκιο όσοι σε συμβουλεύουν «πόσα πράγματα έχεις να κάνεις για τον εαυτό σου», αλλά όταν αυτά τα «πολλά πράγματα» επιχειρείς να τα οργανώσεις, να τα ιεραρχήσεις, να τα ταξινομήσεις, αδυνατείς. Τα αναβάλλεις, τα μετακινείς, καταστρατηγείς τα χρονοδιαγράμματα, κολλάς σ’ έναν βάλτο αδράνειας. Όταν επιχειρείς έναν απολογισμό των εβδομάδων και των μηνών που πέρασαν, αναρωτιέσαι πότε ήταν Χριστούγεννα, πότε Απόκριες, Πάσχα, πού πήγαν οι αργίες, πότε έφτασε καλοκαίρι. Οι εποχές, το ημερολόγιο και τα ορόσημά του γλιστρούν και χάνονται μέσα από το σουρωτήρι του εξαρθρωμένου «ελεύθερου» χρόνου της ανεργίας.

****

Από μια άποψη είναι λυπηρό. Είναι ένα τεκμήριο της θλιβερής μας αλλοτρίωσης από τον «αρθρωμένο χρόνο» της μισθωτής σκλαβιάς. Φαίνεται ότι αυτός ο εξαρτημένος χρόνος έχει την ικανότητα να ιδιοποιείται όλο τον χρόνο μας, να καταλύει την ικανότητά μας να αυτοργανωθούμε, να επαναδιοποιηθούμε τον απελευθερωμένο χρόνο μας. Είναι σχεδόν κάτι αφύσικο, ή για την ακρίβεια είναι μια δεύτερη, κεκτημένη «φύση» στην οποία μας εκπαιδεύει ο οργανωμένος εργάσιμος χρόνος (είτε είναι ευέλικτος και ελαστικοποιημένος είτε είναι σταθερός, ο πρώτος απλώς απογειώνει την εξάρτηση του «ελεύθερου» χρόνου, σε σημείο εκμηδενισμού του). Ας μην ξεχνάμε, η «εκπαίδευση» ξεκινά από νωρίς, το σχολείο είναι και μια προσομοίωση του εργάσιμου χρόνου, μάταια αντιστέκονται τα βλαστάρια μας που αρνούνται να ξυπνήσουν το πρωί, στο τέλος εμείς οι ίδιοι καταστέλλουμε τη φυσική τους αντίσταση...

Παρ’ όλα αυτά, μού λείπει. Μού λείπει ο αρθρωμένος, εξαρτημένος, ιδιοποιημένος, ο κλεμμένος από τον εργοδότη και την αγορά εργάσιμος χρόνος, που καταλαμβάνει και δίνει υπόσταση σε όλο τον χρόνο μου. Προφανώς το σώμα μου αντιλαμβάνεται ότι αυτού του είδους η βίαιη «απελευθέρωση» του ανθρώπινου χρόνου από την εργασία δεν είναι παρά μια εναλλακτική στρατηγική υποδούλωσής του. Με χαμηλότερο κόστος, λιγότερα παζάρια, χαμηλές απαιτήσεις. Το επόμενο στάδιο είναι το «ό,τι να ’ναι, όσο να ’ναι» - τίποτα δεν είναι τυχαίο στο άναρχο σχέδιο της μνημονιακής μας πραγματικότητας. Μακρύς ο δρόμος της απελευθέρωσης του χρόνου μας, κι ακόμη πιο μακρύς ο δρόμος της χειραφέτησης του είδους μας…

ΚΙΜΠΙ

Τετάρτη 18 Ιουνίου 2014

Στη δίκη του θεάτρου ΕΜΠΡΟΣ είμαστε όλοι "κατηγορούμενοι"


Δύο ηθοποιοί του ελεύθερου αυτοδιαχειριζόμενου θεάτρου ΕΜΠΡΟΣ συνελήφθησαν στις 30 Οκτώβρη 2013 με την κατηγορία της παραβίασης «σφραγίδων, διατάραξης οικιακής ειρήνης και κατ’ εξακολούθηση κατάληψης δημοσίου κτιρίου». Συνελήφθησαν τη στιγμή που έκαναν πρόβα. Μια άλλη στιγμή όμως θα μπορούσε να συλληφθούν την ώρα της παράστασης. Και κάποια άλλη πάλι στιγμή θα μπορούσε να συλληφθώ εγώ ως θεατής, εσύ, ο καθένας μας. Ίσως και με την κατηγορία της ιδιοποίησης "προϊόντων εγκληματικής πράξης".

Στη δίκη του ΕΜΠΡΟΣ που γίνεται αύριο είμαστε όλοι "κατηγορούμενοι". Εϊτε γιατί είδαμε μια παράσταση, είτε γιατί μετείχαμε σε μια συζήτηση, είτε γιατί ακούσαμε μια συναυλία στον πεζόδρομο. Αυτό είναι το πνεύμα και το γράμμα του κατηγορητηρίου. "Μακρυά από ό,τι μυρίζει ελευθερία, συλλογική προσπάθεια, αφιλοκερδή αλληλεγγύη".

Στην προχθεσινή ανοικτή συνέλευση του θεάτρου πολλοί ήταν εκείνοι που δήλωσαν ότι θα προσέλθουν στη δίκη και αυτοβούλως θα απαιτήσουν να χρησθούν κατηγορούμενοι. Αυτό λέει ο νόμος τους, αυτό επιβάλλει η "δικαιοσύνη" του ΤΑΙΠΕΔ και των δανειστών. Το ΕΜΠΡΟΣ δεν είναι αμελητέα πρόσοδος για τους δανειστές. Φιλέτο των φιλέτων στην καρδιά της πόλης που κάποιοι από χρόνια ονειρεύονται να την κάνουν επικράτειά τους.

Παραθέτουμε τη σχετική ανακοίνωση της Ανοιχτής Συνέλευσης του Ελεύθερου Αυτοδιαχειριζόμενου θεάτρου Εμπρός για το θέμα της δίκης. Ας προσέλθουμε αύριο στη δίκη αν όχι σαν "κατηγορούμενοι" αλλά ως συνοδοιπόροι και συμπαραστάτες των ονειροπόλων συντελεστών του ΕΜΠΡΟΣ.

ΑΝΑΚΟΙΝΩΣΗ
Την Πέμπτη 19 Ιουνίου δικάζονται στο Α΄ Αυτόφωρο Μονομελές Πλημμελειοδικείο Αθήνας οι ηθοποιοί Βασίλης Σπυρόπουλος και Δημήτρης Δρόσος, που συνελήφθησαν στις 30 Οκτωβρίου στον χώρο του Θεάτρου Εμπρός την ώρα που έκαναν πρόβα. Μετά από 24ωρη κράτηση με την αυτόφωρη διαδικασία, παραπέμφθηκαν σε δίκη με τις κατηγορίες της παραβίασης «σφραγίδων, διατάραξης οικιακής ειρήνης και κατ’ εξακολούθηση κατάληψης δημοσίου κτιρίου». Αυτή η αδιανόητη σύλληψη αποτελεί κορύφωση της επίθεσης της Πολιτείας σε ένα χώρο που τα τρία τελευταία χρόνια έχει αναδειχθεί σε πυρήνα εναλλακτικής πολιτιστικής και κοινωνικής δράσης για το κέντρο της Αθήνας, και μάλιστα μέσα στην καρδιά της κρίσης.

Από το Νοέμβριο του 2011, το Θέατρο ΕΜΠΡΟΣ, εγκαταλελειμμένο για πολλά χρόνια από την ελληνική πολιτεία, λειτουργεί ως καλλιτεχνικός αυτοδιαχειριζόμενος χώρος. Με πολιτιστική και κοινωνική δράση, σύνδεση με τους κατοίκους της γειτονιάς αλλά και με άλλους αυτοδιαχειριζόμενους χώρους, καθώς και με ένα σημαντικό τμήμα της ελληνικής και της διεθνούς καλλιτεχνικής και ακαδημαϊκής κοινότητας, λειτουργεί ως πυρήνας καλλιτεχνικής δημιουργίας και πειραματισμού, αλλά και κοινωνικής αλληλεγγύης και πολιτικού ακτιβισμού, αντίθετα σε κάθε λογική εμπορευματοποίησης και αποκλεισμού, ως κοινό αγαθό για τη γειτονιά και την πόλη.

Στα πρόσωπα των δύο ηθοποιών δικάζεται το ίδιο το Εμπρός, η υπεράσπιση του οποίου είναι σημαντική σε μια εποχή που το κράτος αποδεικνύεται ανίκανο ή μάλλον απρόθυμο να στηρίξει υλικά τον πολιτισμό και τη δημιουργία κοινωνικών δομών.

Ήδη έχουν υπογραφεί δηλώσεις υποστήριξης και έχουν σταλεί επιστολές και δηλώσεις συμπαράστασης προς το ΕΜΠΡΟΣ από ελληνικά και ξένα πανεπιστήμια, ακαδημαϊκούς, διανοούμενους, καλλιτέχνες, πολιτικές οργανώσεις, συλλογικότητες, πολλούς φορείς και άτομα από την Ελλάδα και το εξωτερικό. (αναλυτικά: http://embrostheater.blogspot.gr/2013/10/blog-post_31.html και http://www.gopetition.com/petitions/support-embros-society-and-culture-under-threat-in-greece.html)

Την Κυριακή 15 Ιουνίου στις 19.00 η Ανοιχτή Συνέλευση του Εμπρός απηύθυνε ανοιχτό κάλεσμα στις καλλιτεχνικές ομάδες, τις συλλογικότητες, τους φορείς και τα άτομα που έχουν συμμετάσχει στο Εμπρός κι έχουν παρουσιάσει το έργο τους στο χώρο αυτόν, να παραστούν τη μέρα της δίκης στο δικαστήριο. Η υποστήριξη όλων μας είναι ζωτικής σημασίας για τη συνέχιση του εγχειρήματος του ΕΜΠΡΟΣ αλλά και για την υπεράσπισπιση των δύο συλληφθέντων ηθοποιών.

Ανοιχτή Συνέλευση του Ελεύθερου Αυτοδιαχειριζόμενου θεάτρου Εμπρός

Δευτέρα 16 Ιουνίου 2014

οδός Θεμιστοκλέους και Ερεσσού:πρόσκληση


Στα πλαίσια δράσεων κατά των αντικονωνικών συμπεριφορών, της βίας και των μαφιών στη γειτονιά μας, υλοποιώντας τη θέληση της λαϊκής συνέλευσης της πλατείας Εξαρχείων, εμείς οι κάτοικοι της οδού Θεμιστοκλέους σας περιμένουμε όλες και όλους τη Δευτέρα 16 Ιούνη το βραδάκι στον πεζόδρομο Θεμιστοκλέους και Ερεσσού με συντροφιά τις γλυκές μελωδίες του συγκροτήματος “Ναΐφ”. Θα "παρευρίσκονται" επίσης μεζεδάκια και κρασί.

Αυτή η μάνα μου η καθαρίστρια! (αναδημοσίευση)


από Altpress

«Η μάνα μου καθαρίστρια, εγώ παιδί κι' ανήψι καθαριστριών.
Έλαμπαν τα σπίτια που δούλευε 6 μέρες την εβδομάδα και την έβδομη, την Κυριακή, (στην «αργία» της), να καθαρίσει και το δικό μας το σπίτι κι' εμάς, να μαγειρέψει ενα πιάτο ζεστό φαγητο, να πλύνει, ν' απλώσει, να σιδερώσει, να μας αγκαλιάσει και να ξεκουραστεί.
Αυτή η μάνα μου!

Αυτές οι Περιστεριώτισες οι μανάδες των φίλων μας, που ξεκινούσαν χαράματα νηστικιές, αφήνοντας τα παιδια στους δρόμους, για να φτάσουν στην Εκάλη, στη Φιλοθέη, στο Ψυχικό, με κρύο, με βροχή, με χιόνι, με ζέστη και να γίνουν «παραδουλεύτρες» όπως τις έλεγαν οι «Κυρίες», για να μας μεγαλώσουν, με το μεροκάματό τους, να μας μορφώσουν, να γίνουμε άνθρωποι. Και οι περισσότεροι γίναμε!

Κι' οταν επέστρεφε η μάνα από τη δουλειά, έχοντας μέσα στην τσάντα της την βρεγμένη της ρόμπα που φορούσε όταν σφουγγάριζε με τα γόνατα τα πατώματα, μικρός εγώ, πολύ μικρός, την ρώταγα με αγωνία:
– Μαμά τι μου έφερες?
– Κούραση παιδί μου, η απάντηση της. Κούραση.

Μεγαλώσαμε με τα ρούχα που έδιναν οι «Κυρίες» στη μάνα μας για ψυχικό. Δικό μας ρούχο δεν είχαμε. Αποφόρια. Μ αυτά ντυνόμασταν.
Μανάδες ηρωίδες!

Σ' αυτές τις μανάδες σήκωσε το χέρι του ο Φασισμός. Αυτές τις μανάδες χτύπησαν οι «μπράβοι» των 500 ευρώ.
Αντί να φιλήσουν το χέρι τους, τις έστειλαν στα νοσοκομεία.
Αυτοί που σκότωσαν τον «αδελφό» μας και το «παιδί» μας, τον Γρηγορόπουλο,
αυτοί που προσφέρουν ασυλία στους Ναζιστές, σάρκα από την σάρκα τους, αυτοί που πουλάνε πρέζα στις πιάτσες για να μην ξυπνήσει ποτέ ο λαός, αυτοί που εκδίδουν πόρνες για να μαζεύουν τα ποσοστά, αυτοί που φέρονται απάνθρωπα στους μετανάστες, αυτοί που εκβιάζουν καταστηματάρχες, αυτοί που πάντα υπηρετούν την εκάστοτε εξουσία πιστά, οι ταγματαλήτες στην κατοχή, οι ασφαλίτες στη χούντα, για να λάβουν ως ανταπόδωση το  μέρισμά τους..., τόλμησαν και σήκωσαν το βέβηλο χέρι τους, στις μανάδες μας.

Σ' όλα αυτά τα ανθρωπάρια, με τους γυμνασμένους μύες και το ελάχιστο μυαλό, που με την στάση και την συμπεριφορά τους έφτυσαν τις ίδιες τις μανάδες τους, γυρίζω την πλάτη. Σκληραίνω την καρδιά μου. Δεν τους ευλογώ πια. Δεν μου βγαίνει. Δεν έχω ευχή γι' αυτούς.
Όλοι αυτοί, θα με βρούν μπροστά τους, στον αγώνα.

Φωνάζω δυνατά:
Ξυπνήστε όλοι, ξύπνα επιτέλους λαέ του Θεού πριν να ειναι αργά.
«ΑΚΟΥΣΑΤΕ οὖν, βασιλεῖς, καὶ σύνετε· μάθετε, δικασταὶ περάτων γῆς. ἐνωτίσασθε οἱ κρατοῦντες πλήθους και γεγαυρωμένοι ἐπὶ ὄχλοις ἐθνῶν· ὅτι ἐδόθη παρὰ τοῦ Κυρίου ἡ κράτησις ὑμῖν καὶ ἡ δυναστεία παρὰ ῾Υψίστου, ὃς ἐξετάσει ὑμῶν τὰ ἔργα καὶ τὰς βουλὰς διερευνήσει· ὅτι ὑπηρέται ὄντες τῆς αὐτοῦ βασιλείας οὐκ ἐκρίνατε ὀρθῶς, οὐδὲ ἐφυλάξατε νόμον, οὐδὲ κατὰ τὴν βουλὴν τοῦ Θεοῦ ἐπορεύθητε. φρικτῶς καὶ ταχέως ἐπιστήσεται ὑμῖν, ὅτι κρίσις ἀπότομος ἐν τοῖς ὑπερέχουσι γίνεται…»
Σοφία Σολομώντος-6.

Αρχιμανδρίτης Βασίλειος Βαρβέλης.
Γραμματέας του πατριαρχείου Αλεξανδρείας και πάσης Αφρικής.

Σάββατο 14 Ιουνίου 2014

Μαθαίνεις να ζεις χωρίς εμένα: δεκατρείς αποχωρισμοί (αναδημοσίευση)

από τον Ακροβάτη

Μαθαίνεις να ζεις χωρίς εμένα. Κάποτε είχα περισσότερη όρεξη. Μάθαινες έτσι τα νέα μου. Τώρα για να κάτσω να γράψω πρέπει να φτάσω στο αμήν. Όπως σου έχω πει, κολυμπάω στα βαθιά νερά. Δεν ξέρω αν με καταλαβαίνεις πια. Κάθομαι και ξαναδιαβάζω αυτά που σου γράφω και γελάω με τον εαυτό μου. Δεν ξέρω αν θα ξαναγεφυρώσουμε την απόσταση μεταξύ μας, βλέπω ότι καλύπτεις με άλλα πράγματα το δικό μου κενό. Εδώ θα είμαστε.

Μαθαίνεις να ζεις χωρίς εμένα. Αν κάποιος μου έλεγε ότι θα ζήσω ένα χρόνο χωρίς εσένα, θα τον έλεγα τρελό. Ήμασταν χρόνια μαζί. Ήμουν για πάντα εδώ, ούτε όταν έγινα φοιτητής δεν έφυγα. Τώρα έρχομαι που και που. Είσαι ο βασικός λόγος που επιστρέφω κι ας μη σου το λέω. Κάθομαι και σε παρατηρώ τις στιγμές που εσύ δεν το παίρνεις είδηση. Έχεις αλλάξει συνήθειες. Φαίνεσαι να είσαι καλά κι έτσι. Έχουν μεγαλώσει οι στιγμές της σιωπής σου. Έχεις απλωθεί ωστόσο μέσα στη μέρα, μέσα στο χρόνο. Πάντα ωστόσο βλέπω πώς με κοιτάζεις. Ένα μείγμα απόγνωσης για το άγνωστο και βουβής υπερηφάνειας. Πάντα μου αρέσει το χαμόγελό σου.

Μαθαίνεις να ζεις χωρίς εμένα. Μεγάλωσες πια. Έγινες ολόκληρος άντρας. Πρέπει να πατήσεις στα πόδια σου. Και το κάνεις αρκετά καλά. Πρέπει ωστόσο να σου πω ότι υπάρχουν ώρες που δε μπορώ να καταλάβω τι ακριβώς κάνεις. Βλέπεις εμείς αλλιώς τα καταφέραμε στην ηλικία σου. Άλλες εποχές. Να ξέρεις ωστόσο ότι είμαι και θα είμαι εδώ. Μη φοβάσαι. Το ακούς; Μη φοβάσαι. Μη διστάσεις να μου μιλήσεις για ό,τι χρειαστείς.

Μαθαίνεις να ζεις χωρίς εμένα. Το βλέπω. Σε βλέπω πώς δε με κοιτάζεις πια όπως παλιά. Βλέπω στιγμές που σε φέρνω σε δύσκολη θέση και αλλάζεις θέμα. Μακάρι να 'ξερες πώς εγώ νοιώθω όταν συμβαίνει αυτό. Μακάρι να μην είχαν συμβεί όλα αυτά. Μακάρι να τέλειωνε αυτή η φάρσα. Δεν πειράζει όμως. Αφού ήρθαν έτσι τα πράγματα. Δε βαριέσαι..

Μαθαίνεις να ζεις χωρίς εμένα Έχουμε διανύσει τη μισή χώρα μαζί. Έχουμε κοιμηθεί μαζί σε παραλίες, σε βουνά, σε χιόνια. Με έχεις φορτώσει με ό,τι μπορείς να φανταστείς. Με πήγαινες πάντα εσύ σε όλες μου τις επισκευές. Μαζί τρακάραμε, αν και πάντα με πρόσεχες στον τρόπο που με οδηγούσες. Τώρα λείπεις. Ποιος ξέρει αν οδηγείς εκεί που είσαι. Αν έβαλες κάποιο άλλο στη θέση μου. Περιμένω πώς και πώς τη στιγμή που θα έρθεις και δίνω τον καλύτερό μου εαυτό για σένα. Και να σου πω κάτι; Εύχομαι σε κάποια από τις βόλτες σου εδώ να με πάρεις μαζί σου. Σε περιμένω.

Μαθαίνεις να ζεις χωρίς εμένα. Κάποτε είχες χρόνο για μένα, θυμάμαι το καμάρι σου όταν με αγόραζες και με δοκίμαζες. Μετά με πήγες σπίτι και περνούσαμε ώρες μαζί. Έπαιζες τις χορδές μου, αρχικά με πόναγες, το ξέρεις; Μετά με συνήθισες και σε συνήθισα. Έβαζες το ηχείο μου στην αγκαλιά σου και έπαιζες το ένα τραγούδι μετά το άλλο. Με πήρες μετά και βγήκαμε έξω. Ακόμα θυμάμαι εκείνο το χάραμα στην παραλία της Ζακύνθου. Παίξαμε το “μινόρε της αυγής”, το θυμάσαι; Τώρα ούτε που με βγάζεις από τη θήκη μου και ούτε μπορώ να δω τι κάνεις χωρίς εμένα.

Μαθαίνεις να ζεις χωρίς εμένα. Κάποτε είχαμε πει ότι θα αλλάξουμε τον κόσμο παρέα. Υιοθετήσαμε ο ένας τον άλλον. Μεγαλώσαμε μαζί. Μεγαλώσαμε και άλλους που ήρθαν πιο μετά, αλλά και μάθαμε από αυτούς. Ξέρουμε πολύ καλά ο ένας τον άλλον. Τώρα εγώ λείπω. Συναντιόμαστε που και που. Υπάρχει μια αμηχανία μεταξύ μας, το βλέπεις κι εσύ; Ίσως όλα αυτά να είναι στο μυαλό μου. Ίσως απλά να άλλαξε ο τρόπος με τον οποίο ζείτε σε αυτή την πόλη και οι αποστάσεις να έχουν αλλάξει.

Μαθαίνεις να ζεις χωρίς εμένα. Οι γονείς σου δούλευαν και περνούσες ώρες εδώ. Εδώ έμαθες να περπατάς, εδώ έπεσες για πρώτη φορά. Εδώ έμαθες ποδήλατο, εδώ πήγες σχολείο. Εδώ σε τάιζα χρόνια με πατάτες τηγανιτές και με ό,τι είχαμε στο σπίτι γιατί εμείς περάσαμε κατοχή και δε θέλαμε να περάσεις κι εσύ τα ίδια. Εδώ σου έπλενα τα πόδια όταν σε γύριζα από το πάρκο που έπαιζες με τα χώματα. Εδώ διάβασες τα πρώτα σου μαθήματα. Κι εγώ, απόφοιτος δημοτικού προσπαθούσα να σε βοηθήσω όσο μπορούσα. Ύστερα μεγάλωσες αλλά πάλι όλο εδώ γυρνούσες για να με δεις. Τώρα πάει ένας χρόνος που λείπεις. Ούτε που μπορώ να καταλάβω τι στο καλό κάνεις. Με στεναχωρεί αυτό. Κι όλο για σένα ρωτάω. Λες ότι είσαι καλά. Μακάρι να είναι έτσι. Αυτό είναι το πιο σημαντικό από όλα για μένα.

Μαθαίνεις να ζεις χωρίς εμένα. Ξέρω τι συμβαίνει με άτομα σαν κι εμένα. Που έχουν πολλά πράγματα μέσα τους αλλά τα κρύβουν από τους γύρω τους. Που το μυαλό τους χωράει τόσα πολλά, που μόνο με αυτά που έχουν με την καρδιά τους μπορούν να συγκριθούν. Που στην πραγματικότητα αυτά που πρέπει να κάνει κανείς για να τους καταλάβει είναι τόσο πολλά που σπάνια τα καταφέρνουν. Όσοι καταφέρνουν να μάθουν κάποια πράγματα γι αυτούς, στην αρχή εντυπωσιάζονται. Μετά από κάποιο καιρό ωστόσο τους συνηθίζουν και παραιτούνται. Τους απομυθοποιούν. Το έχω δει πολλές φορές αυτό το έργο. Έχω πλήρη αυτογνωσία για όλα αυτά. Βλέπω τις ζωές τους να συνεχίζονται. Τους βλέπω να ζουν χωρίς εμένα.

Μαθαίνεις να ζεις χωρίς εμένα. Κάποτε με ευχαριστούσες που προτιμώ εσένα για την ενημέρωσή μου και έβλεπα τις διαφημίσεις στα διαλείμματα, γιατί σου έδιναν κέρδη. Τώρα η απύθμενη απληστία σου είναι τόση, που με κατηγορείς και με τρομοκρατείς γιατί φοβάσαι για τα παράνομα δάνεια που έχεις πάρει στην τράπεζα.

Μαθαίνεις να ζεις χωρίς εμένα Με μεγάλωσες στις γειτονιές, στα χωριά και τις πόλεις σου. Με σπούδασες στα πανεπιστήμιά σου. Περάσαμε χρόνια και χρόνια μαζί. Μου έταξες μια ζωή χαρισάμενη. Τώρα δεν υπάρχω για σένα. Με διώχνεις έξω από τα σύνορά σου. Με διέγραψες.

Μαθαίνεις να ζεις χωρίς εμένα Ακόμα θυμάμαι τη θλίψη στα μάτια σου όταν διάβαζες το σημείωμα που άφησα πίσω. Και το κλάμα που έριξες. Την απελπισία σου, λες και τέλειωναν όλα. Κι όμως συνέχισες να ζεις. Τώρα όλοι με θυμούνται σαν ένα στατιστικό. Δύο χάνονται τη μέρα. Ξέρω ότι μ'αγαπάς ακόμα. Το βράδυ θα έρθω στον ύπνο σου.

Μαθαίνεις να ζεις χωρίς εμένα. Κάποτε ήμουν το αντικείμενο της προσοχής σου. Όλα σου τα λόγια αναφέρονταν σε μένα. Εξαγόραζες την ψήφο μου και σε τάιζα με το χειροκρότημά μου. Και τα πηγαίναμε καλά, τα πήγαινες καλά χρόνια και χρόνια. Τώρα με λες κοσμάκη, ή μιλάς στο όνομά μου χωρίς καν να μιλάμε. Δε δίνεις δεκάρα για το τι θέλω, για το αν υπάρχω, αν ζω. Το μόνο που θες είναι να μη σε ρίξει κανείς από την καρέκλα. Ξέρεις κάτι; Τώρα θα ζήσω κι εγώ χωρίς εσένα.

Brazil (αναδημοσίευση)


by ΑΝΤΩΝΗΣ ΑΝΤΩΝΑΚΟΣ

Αυτός ο απελπισμένος σατανάς με το φινιρισμένο πάθος και τη φίλαθλη διάθεση είναι το τσοπανόσκυλο που σμιλεύει την εικόνα του μέλλοντος. Έχει ένα αναγεννησιακό συναίσθημα υποτέλειας και μια κάποια αδιαφορία για τη σφαίρα του πλούτου και της φτώχειας. Το ανθρωπόμορφο γουρούνι που καταναλώνει μπύρα και γκολάκια μέσα στα δεινά της ερημωμένης υπαίθρου δεν υποψιάζεται πως θα έρθει και η σειρά του στη ρωμαϊκή αρένα των αγορών. Δεν βλέπει πως είναι και ο ίδιος εμπόρευμα και εμποράκος. Πουλάει και αγοράζει τον εαυτό του. Κλειδωμένος σε απόψεις με καρφιά. Ρατσιστής με όση ορμή του προσφέρει η εξωφρενική ιδιωτία του. Δημοκράτης με όση ισοπεδωτική υποκρισία του ενσταλάζει ο πολιτικός υπάλληλος της ανθοφορούσας κυρίαρχης τάξης. Αυτός που με τυφλή υπακοή γκρινιάζει και επαναλαμβάνει βλακωδώς την πούστικη άποψη περί κρίσης αξιών και άλλων μελίρρυτων μυθευμάτων. Λες και οι αξίες χαθήκαν ξαφνικά μια βροχερή νύχτα. Λες και η ιστορία της ανθρωπότητας δεν είναι η ιστορία του πολέμου και της σφαγής. Λες και παραστράτησε ξαφνικά απ’ το δρόμο του θεού η αθώα ανθρώπινη κωλοτρυπίδα. Οι άνθρωποι που μιλάνε για αξίες ξεκάνουν αυτή τη στιγμή άχρηστους πληθυσμούς. Απ’ τις φαβέλες του Ρίου ως τα πεδία των χημικών της Συρίας κι απ’ τους ματωμένους δρόμους της Ουκρανίας ως τα αποκεφαλισμένα λιοστάσια της Παλαιστίνης, άνθρωποι των αξιών και άνθρωποι της προόδου πατάνε τα κουμπιά και βγάζουν λόγους. Με την αμέριστη συμπαράσταση μιας μεσαίας βουλιμικής τάξης που καταβροχθίζει μουχλιασμένο άρτο και σκατένια θεάματα χωρίς να ρωτά και χωρίς να σκέφτεται. Έτοιμη μασημένη τροφή. Το αποκορύφωμα του μικροαστικού κυνισμού που αδυνατεί να απελευθερωθεί απ’ τον απελευθερωτή του. Ένας ακραίος οικονομισμός, μια ψευδοφύση με την ανθρώπινη εργασία να σμιλεύει το μνημείο της πάνω στις στάχτες και τα ερείπια της ιστορίας. Με τη νεκρή εργασία να βρικολακιάζει ρουφώντας το αίμα της ζωντανής εργασίας. Με το γήπεδο εμπροσθοφυλακή του καπιταλισμού και τις δυνατές φάσεις γρανάζια και ιμάντες που περιστρέφουν τη μαγαρισμένη σεξουαλικότητα των ανδρών. Τους φιλάθλους που περιμένουν τη διείσδυση. Τα κέρδη απ’ το στοίχημα και τα κέρδη απ’ τα σακατεμένα ποδάρια των ποδοσφαιριστών που έφυγαν απ’ τις εξωτικές τους αλάνες παίζοντας μπάλα-παιχνίδι και όχι θέαμα για τους μεσόκοπους αρουραίους των αναπτυγμένων χωρών.

Τετάρτη 11 Ιουνίου 2014

Μη πρόοδος (αναδημοσίευση)



Η ριζοσπαστικότερη ίσως κριτική που ασκήθηκε στην έννοια της προόδου έγινε από τον Αισχύλο «βλέποντες έβλεπον μάτην» και από τον Γκαίτε «κι ύστερα από τόσα φώτα να ‘μαι μωρός όπως και πρώτα». 

Μα τι είναι τελικά αυτή η περιζήτητη νύφη, η πρόοδος; Η πεποίθηση ότι το ανθρώπινο είδος προελαύνει μπροστά από τότε που ο ανθρωπίδης homo erectus, ένας πίθηκος που στάθηκε όρθιος, ψηλός 1,70, με μεγάλο εγκέφαλο και ισχυρό αναπνευστικό σύστημα για να περπατάει μεγάλες αποστάσεις κυνηγώντας ζώα. 

Η έννοια της προόδου είναι τα ιερά και τα όσια του διαφωτισμού σε όλες τις εκδοχές του. Πρόοδος είναι το πλυντήριο, το ψυγείο, οι τουαλέτες με καζανάκι, τα φάρμακα, το αυτοκίνητο…Πρόοδος είναι η πεποίθηση ότι το αύριο είναι καλύτερο από το χθες, ότι ο κόσμος που ζούμε είναι ο καλύτερος δυνατός κόσμος που υπήρξε μέχρι σήμερα ή ότι εμείς είμαστε πολιτισμένοι και οι προηγούμενοι, έστω και πριν από δυο ή τρεις γενιές ήταν απολίτιστοι. Η μόνη ίσως διαφορά που υπάρχει ανάμεσα στους οπαδούς της προόδου, στους φωταδιστές, είναι ότι ορισμένοι από αυτούς διαμαρτύρονται ότι δεν κατανέμονται ίσα τα αγαθά της προόδου και της ανάπτυξης. Αν όμως πρόοδος είναι τα εκατομμύρια των ανθρώπων που επέζησαν από ασθένειες λόγω της προόδου της ιατρικής, τότε τι είναι τα εκατομμύρια των ανθρώπων που σκοτώθηκαν τον τελευταίο αιώνα σε πολέμους ανάμεσα στα πιο προοδευμένα έθνη του κόσμου; 

Ποιος είναι λοιπόν ο θεός της προόδου, ο αγαπημένος ήρωας των διαφωτιστών; Ο Προμηθέας. Αυτός ο εμβληματικός ηγέτης που κατέστησε τον άνθρωπο εξωφυσικό αποσπώντας τη γνώση (φωτιά) από τους θεούς (φύση), δίνοντας έτσι το σάλπισμα για την ανθρώπινη εποποιία, τον πολιτισμό. 

Οι οπαδοί της προόδου πιστεύουν στην αυταπάτη ότι η ιστορία έχει ένα εγγενές νόημα, ένα σκοπό, που είναι προσανατολισμένος στο καλύτερο, στο ενάρετο. Στο βαθμό που οι άνθρωποι από τη φύση τους θεωρούνται καλοί, η υλική τους πρόοδος θα συμβαδίσει με την ηθική τους πρόοδο, έστω και αν η δεύτερη έχει προσωρινά παρεκτραπεί. Το όχημα για να πραγματοποιηθεί αυτός ο σκοπός είναι η συσσώρευση γνώσεων. Γι αυτό λατρεύουν τον Προμηθέα που έδωσε στο ανθρώπινο γένος τη δυνατότητα να συσσωρεύει γνώσεις για να ελέγχει το πεπρωμένο του και γιατί όχι να κατασκευάζει επίγειους παραδείσους. 

Η φωτιά όμως του Προμηθέα δεν φώτισε το δρόμο των ανθρώπων, τους έδωσε βέβαια ισχύ, ενίσχυσε τη θέληση για κυριαρχία πάνω στη φύση, στα άλλα είδη και στους ίδιους, αλλά δεν τους έκανε καλύτερους. Παρότι οι άνθρωποι διαθέτουν περισσότερη γνώση για να πράξουν το σωστό συνεχίζουν να παραμένουν σκληροί και εγωιστές, η συσσώρευση της γνώσης δεν είναι ευθέως ανάλογη με τη βελτίωση της ανθρώπινης συμπεριφοράς, αλλά με την ενίσχυση της ανθρώπινης εξουσίας. Θα αντιτείνουν βέβαια κάποιοι ότι το πρόβλημα δεν είναι η γνώση αλλά η καλή ή κακή της χρήση. Εκτός όμως από το ότι η γνώση δεν είναι ουδέτερη, η εξέλιξή της καθορίζεται από τα κυρίαρχα κοινωνικά πρότυπα και τις σχέσεις εξουσίας που την γέννησαν, έτσι ώστε να την καθιστούν μια από τις ενδεχόμενες μορφές που θα μπορούσε να πάρει, η πεποίθηση ότι η συσσώρευσή της οδηγεί στη νίκη του καλού είναι ένα εσχατολογικό σωτηριολογικό δόγμα. 

Μήπως τελικά σωστά τιμωρήθηκε ο Προμηθέας από τους θεούς γιατί με τις πράξεις του απλώς ενίσχυσε την αλαζονεία ενός όντος που ξεχνάει ότι δεν προήλθε από παρθενογένεση και ο πολιτισμός του δεν διαπλάθει την φυσική του υπόσταση αλλά την κουβαλάει μέσα του; Ο προμηθεϊκός άνθρωπος διέπραξε ύβριν διότι επεδίωξε να πορευτεί υπέρ μοίραν, πέραν δηλαδή του μεριδίου που του αναλογεί στο κοσμικό σύμπαν. 

Δεν υπάρχει πρόοδος αλλά ένα διπλό παιχνίδι ανάμεσα στην εξέλιξη και την οπισθοδρόμηση, τον πολιτισμό και την βαρβαρότητα, την οργάνωση και την αποδιοργάνωση. Η ιστορία δεν είναι μια γραμμική εξέλιξη γιατί φέρνει στο προσκήνιο ένα ον με λογική, επινοητικότητα, δημιουργικότητα αλλά ταυτόχρονα εξουσιαστικό, παραληρηματικό, με ψευδαισθήσεις, μύθους και ύβριν, την παράφρονα έλλειψη μέτρου. 

Η οικονομική και τεχνολογική πρόοδος του πολιτισμού συνδέεται απόλυτα με την ηθική υπανάπτυξη. Ίσως τελικά η νεωτερική ιδέα της προόδου έχει τις ρίζες της, εκτός των άλλων, στο φόβο του θανάτου και την επιδίωξη της αθανασίας μέσω της διαρκούς προόδου και των επίγειων ή επουράνιων παραδείσων. 

Η ιδέα της προόδου είναι συνοδοιπόρος βέβαια με αυτή της ανάπτυξης, με το οικονομικό φαντασιακό ότι το περισσότερο είναι καλύτερο, με την παράλογη και καταστροφική ιδέα της επιδίωξης μιας απεριόριστης ανάπτυξης σε ένα πεπερασμένο πλανήτη, αλλά η κριτική της ανάπτυξης για να είναι αποτελεσματική προϋποθέτει την πλήρη εγκατάλειψη της ιδέας μιας προόδου σωτηριολογικής, που υπακούει σε ένα ιστορικό ντετερμινισμό. Είναι τελικά η επιστροφή στο παρελθόν συντήρηση και η έφοδος στο μέλλον πρόοδος ; Είναι προτιμότερη η τυραννία της οικειότητας στην κοινότητα ή η πλήξη της ανωνυμίας στη νεωτερική πόλη; 

Η πρόοδος μπορεί να έρθει από την επιστροφή στην αρχή, στις ρίζες, διότι σύμφωνα με τον Heidegger «η αρχή συνεχίζει να είναι. Δεν κείται πίσω μας…αλλά ορθώνεται εμπρός μας.» 
Η επιστροφή στην αρχή, για να πας μπροστά, είναι αναγεννητική επισημαίνει ο Ε. Μορέν και όχι πρωτογονισμός όπως επέβαλλε να θεωρείται ο προοδευτισμός που εντοπίζει την ανθρώπινη αλήθεια μόνο στην ανιούσα κίνηση της ιστορίας. Η επιδίωξη της μεσότητας μέσω της αλληλεπίδρασης αρχής και τέλους είναι ο στόχος και όχι τα τυραννικά έσχατα. 

Ναξάκης Χάρης

Τρίτη 10 Ιουνίου 2014

Με τη σκούπα και το φαράσι (αναδημοσίευση)

 
πηγή: Barikat.gr

από την Δέσποινα Κωστοπούλου (απολυμένη - αγωνιζόμενη καθαρίστρια του Υπουργείου Οικονομικών)

H κυβέρνηση αποφάσισε να κάνει περικοπές για να σώσει την Ελλάδα. Ξεκίνησε από τους πιο αδύναμους, τους σχολικούς φύλακες, τις καθαρίστριες κλπ. Ας μιλήσω και εγώ για το δικό μου κομμάτι, το κομμάτι καθαριστριών.

Ένα βράδυ κοιμηθήκαμε ως εργαζόμενες και το επόμενο πρωί ξυπνήσαμε απολυμένες. Σοκ! Αμέτρητα ερωτήματα: πώς να το διαχειριστείς, πώς να το πιστέψεις, τι να κάνεις, πώς συνεχίζεις, η ζωή σου διαλύεται, στην αρπάζουν, σε πετάνε στο δρόμο.

595 καθαρίστριες του Υπουργείου Οικονομικών, γυναίκες με ηλικία άνω των 45. Γυναίκες στο μεγαλύτερο ποσοστό με μονογονεϊκές οικογένειες, χωρισμένες με παιδιά που σπουδάζουν, χαμηλόμισθες πολύ, με μισθό που μετά βίας κάλυπτε τις βασικές ανάγκες. Μια από αυτές είμαι και εγώ. 52 χρονών, μητέρα δύο παιδιών, που τα μεγάλωσα μόνη μου και τώρα βρισκόμαστε και οι τρεις στην ανεργία – χρόνια ψάχνουν οι κόρες μου για δουλειά αλλά μάταια.

Ξαφνικά ένας τοίχος βρέθηκε μπροστά μου και σκέφτομαι τι να κάνω. Να πέσω πάνω του ή να τον προσπεράσω και να πάω ένα βήμα παρακάτω; Τον προσπερνάω, λοιπόν. Δεύτερη σκέψη; Θα παλέψω, θα αγωνιστώ και αν χάσω τουλάχιστον θα έχω παλέψει.

Σαν τα μυρμήγκια δουλέψαμε όλες μαζί ώστε να καταλάβουν οι συναδέλφισσες – και εγώ μαζί – τι θα κάνουμε από εδώ και πέρα.

Έτσι ξεκίνησε ο αγώνας μας. Κάθε μέρα με το πανό, τη ντουντούκα και ραντεβού έξω από το Υπουργείο Οικονομικών. Ενώσαμε τις φωνές μας και τις κάναμε πιο δυνατές. Κάθε μέρα εκεί, κάθε μέρα και πιο πολλές. Αρχίσαμε να ενοχλούμε και τα έβαλαν μαζί μας: «Να φύγετε από εδώ», μας έλεγαν, «να πάτε στο Μητσοτάκη, αυτός σας έδιωξε», «να πάτε στο Στουρνάρα» μας έλεγε ο Μητσοτάκης. Και εμείς πεισμώναμε περισσότερο και λέγαμε ότι δε θα τους περάσει. Συγκρουστήκαμε άπειρες φορές με τα ΜΑΤ, μας χτύπησαν, μας ειρωνεύτηκαν, μας εγκλώβισαν στα Υπουργεία, αλλά εμείς δεν κάναμε πίσω. Είχαμε αποφασίσει να μη μας σταματήσει ΤΙΠΟΤΑ.

Στον αγώνα μας είχαμε συμμάχους τον κόσμο, που μας έδινε κουράγιο στο δρόμο, φορείς και συλλογικότητες που ήταν πάντα στο πλευρό μας, ανθρώπους που βλέπανε την αδικία και μας υποσχέθηκαν ότι θα παλέψουν το δίκιο μας.

Σήμερα μετά από 8 μήνες αυτό που νιώθω δεν είναι απογοήτευση γιατί ξέρω ότι ο αγώνας δεν τελειώνει αν δε δικαιωθεί. Ξέρω ότι θα γυρίσω στη δουλειά μου, όμως οι στιγμές, οι ημέρες, η αναμονή είναι δύσκολες.

Εγώ έμαθα να αγωνίζομαι και να κερδίζω. Έμαθα να παλεύω για τη ζωή μου και τη ζωή των παιδιών μου, γιατί δεν ονειρεύτηκα συντρίμμια για τα παιδιά μου, γιατί θέλω κάθε μέρα να κοιτάζω τον ήλιο και να χαμογελώ. Πρέπει, λοιπόν, να σηκώσω πιο ψηλά το κεφάλι και να συνεχίσω αυτό που ξεκίνησα.

Όλα τώρα θα είναι πιο δύσκολα χωρίς λεφτά, χωρίς δουλειά, χωρίς χαμόγελο αλλά ξέρω ότι δε θα κρατήσει πολύ. Γιατί αυτή η μνημονιακή πολιτική σύντομα θα είναι παρελθόν και θα ξαναδούμε μια καλύτερη ζωή.

Ο αγώνας μου για ένα καλύτερο αύριο συνεχίζεται και θα συνεχιστεί μέχρι εγώ και οι συναδέλφισσές μου να γυρίσουμε πίσω στη δουλειά.

Γιατί έχω 21 χρόνια με τη σκούπα και το φαράσι, μεγάλωσα δυο παιδιά και νιώθω περήφανη γι’αυτό. Δε χαρίζω τίποτα σε κανένα, τα θέλω όλα πίσω και ξέρω ότι θα τα πάρω. Λέω, λοιπόν, πως ο αγώνας των καθαριστριών ίσως γίνει ορόσημο και για άλλους αγώνες.

Κλείνω φωνάζοντας ένα σύνθημα: ΕΜΠΡΟΣ ΛΑΕ ΜΗ ΤΟΥΣ ΦΟΒΗΘΕΙΣ, ΗΡΘΕ Η ΩΡΑ ΤΗΣ ΑΝΑΤΡΟΠΗΣ.