Σάββατο 9 Νοεμβρίου 2013

να μην ξέρεις τι θέλεις να πεις, να μη θέλεις να πεις τι ξέρεις (αναδημοσίευση)


   
Καταφεύγουμε σε αυτό που αποκαλούμε «ιδιωτική ζωή»,
γιατί δε διαθέτουμε τις απαραίτητες δυνάμεις
για ν’αντιμετωπίσουμε τον κόσμο.
Είναι μια ύστατη στιγμή αυτοπεριορισμού, μια υποχώρηση.
Διότι, εν τέλει, η ζωή είναι κατ’αρχήν
ένας διάλογος με τα πράγματα.
Franz Kafka

ΤΟ ΧΕΙΡΟΤΕΡΟ ΑΠ'ΟΛΑ ΕΙΝΑΙ ΟΤΙ ΜΑΘΑΜΕ ΝΑ ΖΟΥΜΕ ΧΩΡΙΣΤΑ. Με κεφαλαία γράμματα, σ'έναν χαμηλό κάτασπρο τοίχο μιας καλοκαιρινής αυλής λίγο πριν τη Μονεμβασιά, γραμμένο από σπρέι, φυλαχτό σε κάποιο ματαιωμένο χέρι. Πίσω του, φαντάσου να προηγούνται ευλαβικά ματαιωμένες χειρονομίες. Θυμήθηκα τον Βακαλόπουλο. Πάλι. Μέσα σε είκοσι χρόνια κατάφεραν να γυρίζουν πολύ άνετα από την άλλη μεριά, αυτό ήταν το πιο μεγάλο κατόρθωμα στην ιστορία της ανθρωπότητας, οι ελεύθερες σχέσεις, ο σεβασμός της προσωπικότητας, η ισότητα των δύο φύλων, (...) να του γυρίζεις την πλάτη, να της γυρίζεις την πλάτη, το πρωί να έχετε μια δουλειά. Μέσα σε είκοσι χρόνια όλοι βρέθηκαν ξαφνικά να έχουν μια δουλειά, στις δέκα και μισή έπρεπε να βρίσκονται κάπου. Το χειρότερο απ'όλα είναι ότι μάθαμε να βρισκόμαστε κάπου. Αλλού ο καθένας.

Είναι καιρός τώρα που παλεύω να συντάξω ένα κείμενο που ξεκινάει με τη λέξη ιδιωτεύουμε. Και κάπου εκεί, στην πρώτη πρόταση, σ'αυτό το ρήμα του πρώτου πληθυντικού, σκαλώνω· στη σκληρή του ομολογία, στο γκρεμό των αναμνήσεων που φωτογραφίζει αντίκρυ του: μια ανισόπεδη γεωγραφία των χειρονομιών και των βλεμμάτων, της οποίας η πυξίδα ζαβώθηκε, πια δεν δείχνει ούτε νότο, ούτε την πηγή με το νερό. Θάφτηκε στην άμμο, μαζί με κάτι καλοκαίρια που μας γύρισαν την πλάτη για πάντα. Αυτά φέρνω στο νου και το σκαλώνω. Αλλά και πως άλλαξαν οι ζωές μας, πως ζαβώθηκαν από τον ήλιο, από τους ήλιους, πόσο μυρίζουν λιγότερο ζωή. Είμαστε οι επιλογές μας στο youtube, το γαμάτο βίντεο που σπάμε όλοι πλάκα, ο τάδε καθυστερημένος, το έτσι αστείο, το κόμεντ που μας ψύχρανε, που κόψαμε, που όποιος πιστεύει αυτά να φύγει απ'το προφίλ μου. Φτιάξαμε προφίλ, με τον καιρό. Χειριζόμαστε την εικόνα μας, με αγωνία, με κανόνες. Διαγράφουμε φίλους και στίγματα απ'το προφίλ μας· δεν ταιριάζουν στο προφίλ. Διαγραφές· τοίχοι μεταξύ μας· τείχη μέσα μας. Γιατί πιστεύουμε άλλα ο καθένας· γιατί δεν συγχρονίζονται οι μονόλογοί μας· ένας τοίχος ο καθένας. Κάπου στριμωγμένα και απεγνωσμένα, ανάμεσα στις διατάξεις των ψηφίων, συναντιούνται πλέον οι ανάσες μας. Στο facebook, το προσωποβιβλίο· ηλεκτρονική προσωποκράτηση.

Έχουμε όλοι πρόσωπο, τώρα πια έχεις και μούρη· κύριος του εαυτού σου, άνθρωπος σωστός με επιλογές, με γούστα, έχεις password και χώρο ιδιωτικό να παίζεις -ιδιωτεύουμε- να ελέγχεις, να δημοσιοποιείσαι -ιδιωτεύουμε σου λέω. Να μαθαίνεσαι. Και -όχι όπως παλιά- κανείς δεν τσεκάρει τη μούρη σου, δεν σε κοιτάνε στα δόντια αν τους κάνεις. Κάνεις· μια χαρά τους κάνεις. Δεν έχει face control, έχει μόνο facebook control. Και, όχι, δεν είναι ο έλεγχος αν έχεις facebook. Είναι ο έλεγχος του facebook αν σε έχει. Αν έχεις παρουσία, αν υπάρχεις, αν σπουδαία γράφεις επαναστάτους, αν οργίζεσαι. Τόσο όσο. Αν έχεις τοίχο, αν έχεις γίνει τοίχος.

Όσο για τις φωνές μας, έχουμε γίνει σαν επιθεώρηση· γέροι μάπετ σόου στον εξώστη. Οι παρασιτικές ασημαντότητες και τα γυαλιστερά καλοπληρωμένα τίποτα κάνουν παρέλαση και εμείς μεγαλώνουμε τον μάταιο τον ανέξοδο θόρυβο, μπας και πηδήξουμε κι άλλο χειμώνα, μπας και περάσουμε τη θλίψη -να την κρύψουμε και να την ξεγελάσουμε. Η θλίψη που κι αυτή μεγαλώνει, αυξάνει κι η παγκόσμια θλίψη· το παγκόσμιο κλάμα κάποιου Χάκκα -ιδιωτεύουμε, δεν τον διαβάσαμε, τον διάβασες ίσως μόνος, στα πεταχτά. Όλη μέρα στο χορό του κάθε σαλτιμπάγκου, του κάθε τερατόμορφου καμποτίνου που αφήνει πληρωμένα σάλια πάνω στα ιερά μας μνήματα, των πάσχων, των πρετεντέρηδων, των αδωνίσκων, μαθημένοι στις λέξεις τους εμείς από πίσω, να τρέχουμε στο κατόπι τους, όλα με σύνθημα απαντημένα, όλα οργισμένα, όλα 0 και 1, όλα ψηφία· όχι πια ψήφος, μόνο ψηφία. Και κάτω από περσόνες χατζηστεφάνου και πολύχρωμα άβαταρ, παλεύουμε να συνταχθούμε και να μετρηθούμε, νομίζοντας πως η φωνή μας γράφεται -με γράμματα ή με ψηφία. Δεν γράφεται όμως. Η φωνή ακούγεται· αντηχεί, στο δρόμο μόνο, ούτε καν στο σπίτι -εκεί σε ακούει μόνο όποιος τυχαίνει να ιδιωτεύει πλάι σου. Έξω από τις ιδιοκτησίες, μπορείς να ακούσεις τη φωνή σου.

Και η ιδιωτεία μας -η ιδιώτευσή μας, πες το όπως ακούγεται πιο σωστά- έχει κομπανία. Αντάμα οι αυτά μας έφεραν ως εδώ με τις εύκολες απαντήσεις σε κάθε δυσκολία, που δεν γνωρίζουν από μεταίχμια, δεν συγκινούνται από όρια. Κύριοι της παρακμής τους, δεν θέλουν ν'αλλάξουν τίποτα· θέλουν να δείχνουν αυτά που δεν αλλάζουν. Γεννημένοι με τεντωμένα δάχτυλα, που λυγίζουν μόνο για τη μάσα, που χαλαρώνουν μόνο για να ξύσουν την πάρτη, τα ενδότερα του ιερού εαυτούλη. Οι αυτά μας έφεραν ως εδώ δεν έχουν ιδέα ούτε ποια είναι αυτά ούτε ποιο το εδώ -καλά καλά δεν ξέρουν το μας τι πάει να πει· αρνήθηκαν, βλέπεις, κάθε εμείς. Και σκήνικο πίσω από τις σκιές τους, η ελλάδα του Μελισσοκόμου: απόκρημνες ελπίδες και βοσκοτόπια, μελίσσια και ηρωικά κοινόβια στη μέση του πουθενά, χώρα του πουθενά και πουθενά χώρος, βρωμιά πασόκ, σιχαμένες ανταλλαγές, οικοδομές στην έρημο, ένδοξες τσιμεντοκολώνες στην ύπαιθρο και μπετόν αδριάντες σε πλατείες, χέρσα πεδία, χέρσοι δρόμοι, κυνηγημένος έρωτας, κυνηγημένα όνειρα, ίχνη στο χώμα και στην καταραμένη λάσπη που κανείς δεν τα είδε, που ήρθε και τα μπάζωσε κάτω από χυδαίες μίζες.

Στο δρόμο μόνο μετανάστες βλέπω να χαμογελούν, να συντηρούν μέσα σε κάθε έρεβος αυτή τη μικρή τελετουργία των μυών των χειλιών που μεγαλώνει το χρόνο, που μικραίνει το κακό. Κι αυτοί δεν έχουν ούτε βάρκιζες να κλαίνε, ούτε πεζούλια να χωρίσουν. Από μια καμένη πατρίδα έχει ο καθένας τους και μία βάρκα σε κάποιο βυθό, ντυμένη με ρούχα αδερφών τους που γίναν κοράλλια. ΛΟΛ λέμε εμείς στην καθημερινή μας συνάφεια, στις ψηφιακές επαφές μας· λολ, το χαμόγελο έγινε τρία γράμματα, ψηφία. Το χαμόγελο πια γράφεται, σταμάτησαν να συσπώνται οι μύες στα πρόσωπά μας. Σταμάτησαν και τα πρόσωπά μας. Γελούσε άραγε ο homo sapiens; Γελούσε ο νεάντερταλ;

Στο μεταξύ -ρεφρέν μελαγχολίας του τέλους των επιθυμιών μας- ιδιωτεύουμε, ταξινομούμε τόμους στις ετοιματζίδικες ναζιστικές βιβλιοθήκες μας, καταβροχθίζουμε τηλεοπτικές σειρές -κατεβάζουμε με αδηφαγία όλες τις σεζόν σε μία ώρα- και ενδελεχούμε σε σενάρια ηρώων αλλοτινών εποχών, αδυνατώντας να αναγνωρίσουμε σημάδια ηρωικά στις μελλοντικές εποχές, αυτές που εμείς φτιάχνουμε, αυτές που εμείς ορίζουμε. Πια λέμε λάηβ, όχι συναυλία. Είχε μια παρέα μέσα του αυτό το συναυλία. Το λάηβ έχει κάτι το ευρωπαϊκό -να βρίσκεσαι κάπου στις δέκα και μισή, να μαθαίνουμε να ζούμε χωριστά, να πηγαίνουμε στα λάηβ χωριστά, να συναντιόμαστε εκεί· για λίγο. Μέχρι να παίξει το κομμάτι μας, να το ποστάρουμε κι οι δυο την άλλη μέρα· στους τοίχους μας. Κι οι τοίχοι μας, ν'ακούνε τους φασίστες μέσα μας-αφού δεν τους ακούμε εμείς· κι αφού έχουμε βαλθεί να τους σκοτώσουμε. Αντί να τους πάρουμε από το χέρι να πάμε μια βόλτα, να δούμε πως είναι από την άλλη μεριά, να δούμε τους ανθρώπους απ'όλες τις μεριές, να πιούμε καμιά ρακή με αποτρελαμένους παπάδες που ξέχασαν το δρόμο του θεού, που έγιναν θεοί των δρόμων, να αγαπήσουμε κανά ζητιάνο. Αλλά πραγματικά αυτή τη φορά.

Λέω δηλαδή πως ήταν πιο ωραία με τις παύσεις και τις αποστάσεις, όταν λείπαμε ο ένας από τον άλλον για λίγο. Όταν παίρναμε τηλέφωνα -παίζοντας με τις αποστάσεις. Τις παλιές τις μέρες περίμενα πως και πως να χτυπήσει το τηλέφωνο. Τώρα τρέμω μη χτυπήσει, ειδικά μετά τα μεσάνυχτα. Είναι που έχουν αρχίσει και αραιώνουν κάποιοι κοντινοί, και είναι μια αγωνία πια οι πολύ κοντινοί -είναι που σου'χουν ξυπνήσει τέτοια χαράματα. Είναι που δεν καθήσαμε ποτέ να μετρήσουμε πόσες ευχές μας πραγματοποιήθηκαν. Κάθε χρόνο λέμε, κάθε χριστούγεννα, γενέθλια, ποιες βγήκαν άραγε; Ποιες μπήκαν στο αρχείο, ποιες άλλες να κάνουμε; Τι να ευχηθούμε τώρα; Αποστερημένοι από την από κοινού θέαση, ξεχάσαμε και τον Παζολίνι. Ξεχάσαμε ποιος είναι ο πατέρας μας, που είχε πάντα εικόνες για τα μάτια μας. Ζούκερμπερ θέλαμε, όχι μπάνιο στο Ζούμπερη -μια ηλιοκαμένη Κυργιακή (ναι, αυτή με ένα γ παραπάνω). Το share από τότε που έγινε κουμπί, έχασε τη σημασία του. Κανένα μοίρασμα, μόνο "αν το'χεις δει αυτό το βίντεο", όχι δεν το'χω δει, δες το, το βλέπω ως τη μέση, επόμενο βίντεο, συλλογή από κλικ. Views· θεάσεις του εφήμερου. Θεάσεις, όχι ματιές ούτε βλέμματα που συναντιούνται. Όπως όταν ασπούμε ξεκινάει το Repeater των Fugazi -μαλάκα μου περίεργος δίσκος, αν δεν τον ακούσουμε ολόκληρο δεν θα καταλάβουμε, το ξέραμε αυτό, κάτσε λοιπόν να τον ακούσουμε. Σιωπές, αυτιά στα ηχεία. Δεν υπάρχει αντίστοιχο ουσιαστικό του βλέμματος για το αυτί. Το αυτί εστιάζει στις παραμορφωμένες κιθάρες, ιδρώνει, αναστατώνεται, τρεκλίζει. Δεν υπάρχει αντίστοιχη λέξη σαν το βλέμμα, υπάρχει όμως κάτι από κοινού εδώ, υπάρχει κάτι παραπάνω από τη θέαση. Δίσκοι -πλέον μαζεμένοι σε στοίβες, ταξινομημένες υποσημειώσεις του βιώματος, μέσα στο γκρεμό των αναμνήσεων που σου'λεγα πριν πολλή ώρα.

Τώρα πια το καλοκαίρι γελάει μαζί μας, το φθινόπωρο και οι χειμώνες χασκογελούν· πάντα χασκογελούν. Εμείς τοίχοι και ψηφία, εντρυφούμε στο θάνατο στην πόλη· μας μαγνητίζει ψυχαναγκαστικά η μυρωδιά του. Τριγυρίζουμε στα ίδια λημέρια, στα μαγαζιά του ζόφου, στα άτιμα μεροκάματα, σχεδόν ανήμποροι να ονοματίσουμε με θάρρος τις έξεις μας, σχεδόν τσιγκούνηδες με τις λέξεις μας. Δεν παραδεχόμαστε ούτε ήττες, ούτε νίκες. Δεν αναγνωρίζουμε τον ήλιο, δεν βλέπουμε πια στο καλοκαίρι την τελευταία δυνατότητα να υπάρξουμε, δεν περιμένουμε από το φθινόπωρο, παραδινόμαστε στους χειμώνες. Ξεσκάμε που και που, μετρώντας ενοχές και αναβολές, ζωή πνιγμένη στα υπόλοιπα, στις εκκρεμότητες και τις σχεδιασμένες ματαιώσεις, στα μεταίχμια και στα όρια, παλεύοντας για ραντεβού και γουναράδικα, για λίγη ακόμα αξιοπρέπεια, για λίγο ήλιο στη μοίρα.

Παιδί σκοτώνεται στο κέντρο της πόλης· δεν είχε εισιτήριο. Ξαναγράφω τις λέξεις και ψάχνω την κλωστή που τις ενώνει: σκοτώνεται -το σκο με ο όπως το σκότος, ο σκοπός, η σκοπιά· δεν είχε εισιτήριο. Στο κέντρο της πόλης -κέντρο όπωςκέντρο διασκέδασης, κέντρο όπως κέντρο φιλοξενίας, πόλη όπως πολυκοσμία. Παιδί σκοτώνεται στο κέντρο της πόλης· έβλεπε ολυμπιακό και δεν ήταν φασίστας. Παιδιά περιμένουν να σκοτωθούν, περιμένουν να πεθάνουν, περιμένουν να ζήσουν, περιμένουν χωρίς εισιτήριο, περιμένουν στο κέντρο της πόλης. Πως έγιναν έτσι οι ζωές μας; Για πότε μύρισαν θάνατο; Πόσο πήρε να γίνουν κολάσεις οι πόλεις· τα μέρη που μεγαλώσαμε, που αγαπήσαμε, που αγαπηθήκαμε. Μέρη που εμείς τα μεγαλώσαμε· που αυξήσαμε τη σκιά τους και χτίσαμε ξέφωτα στις μεσοτοιχίες τους -τι ξέραμε άραγε από αντοχές υλικών όταν τα χτίζαμε; Παιδιά σκοτώνονται, δεν μεγαλώνουν· και είναι όλα φυσικά. Το μόνο που δεν είναι πια φυσικό είναι οι διακοπές μας. Βρωμάει θάνατος κι εκεί, τον κουβαλάς στη θάλασσα. Για πότε όμως η ζωή σου άδειασε απο θάλασσα. Για πότε έγινε κάθε ώρα κάθε στιγμή. Χωρίς διακοπές· μόνο ενοχές. Να ιδιωτεύουμε, να περνάει η ώρα. Να κάνουμε επιλογές, να γινόμαστε καλύτεροι· τοίχοι.

Το χειρότερο απ'όλα είναι ότι μάθαμε να βρισκόμαστε κάπου αλλού πάντα.
Το χειρότερο απ'όλα είναι ότι μάθαμε να ζούμε χωριστά.
Το χειρότερο απ'όλα είναι ότι μάθαμε να πεθαίνουμε χωριστά.
Το χειρότερο απ'όλα είναι ότι μάθαμε να μην ζούμε δεν μάθαμε να ζούμε.
Το χειρότερο απ'όλα είναι ό,τι δεν.

Εδώ εμείς και δεν. Όλα στο 36 κόκκινο ρε. 
Ξανά και ξανά. Θα ανατέλλω.

Δεν υπάρχουν σχόλια:

Δημοσίευση σχολίου

Για οποιαδήποτε πληροφορία ή ερώτηση στείλτε email στο dikaexarchion@gmail.com.